Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Η εικόνα της πόλης στη Βυζαντινή Εποχή

Χωροταξικά μεγέθη της βυζαντινής καστροπολιτείας

   Η βυζαντινή Καστοριά εκτεινόταν στην ευρύτερη περιοχή του λαιμού της χερσονήσου που εισχωρεί στη λίμνη, από τον ισθμό μέχρι το σημείο όπου το Βουνό αποκτά απρόσιτες κλίσεις ανατολικά, έκτασης περίπου 65 εκταρίων. Οι αποστάσεις των ορίων της πόλης από τα δυτικά στα ανατολικά είναι 900 μ., ενώ από τα βόρεια στα νότια 1000 μ. περίπου, στο σημείο όπου σχηματίζεται μια μικρή, εγκάρσια στον λαιμό χερσόνησος, στο νότιο τμήμα. Πληθυσμιακά στοιχεία της πόλης απο την βυζαντινή εποχή δεν σώζονται και επιπλέον δεν έχει βρεθεί αξιόπιστος τρόπος μετατροπής της επιφάνειας μιας πόλης σε πληθυσμό. Προσεγγιστικά, εκτιμούμε τον αριθμό των κατοίκων σε 5-6 χιλιάδες, καθώς τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας καταγράφηκαν περίπου 1000 οικογένειες[1]. Φυσικά, ο πληθυσμός υπέστη αυξομειώσεις στην πάροδο των ετών και διάφορες εθνολογικές προσμίξεις μετά την κατάληψη από τους Βουλγάρους και την έλευση των Εβραίων.
     Η ράχη, πανω στην οποία αναπτύχθηκε ιστορικά η πόλη της Καστοριάς έχει μέγιστο ύψος τα 75 μ. από την στάθμη της λίμνης (στην περιοχή του Ξενία σήμερα) και καταλήγει στις όχθες με απότομες κλισεις που κυμαίνονται από 34% στην βόρεια και 26-29% στην νοτιοδυτική και νοτιοανατολική πλευρά. Έχει αφετηρία κοντά στον ισθμό και διακλαδώνεται μετά το ψηλότερο σημείο της προς νότο (περιοχή Μητρόπολης) και προς ανατολή (διάσελο Ελεούσας) όπου ενώνεται με το βουνό της χερσονήσου. Σ’ αυτή την ιδιαίτερη μορφολογία οφέιλεται και η αμφιθεατρική όψη της πόλης, με βόρειο, νοτιοανατολικό και νοτιοδυτικό προσανατολισμό και θέα πάντοτε προς την λίμνη και γενικά το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον. Οι ομαλές εκτάσεις περιορίζονται στην περιοχή του ισθμού και στις συνοικίες Ντολτσό στα ΝΑ και Απόζαρι στα ΒΑ.
Το ανάγλυφο της πόλης
 
     Ο ισθμός που ενώνει τη χερσόνησο της λίμνης με το βουνό της Ψαλίδας έχει πλάτος σήμερα 400 μ. Στα βυζαντινά χρόνια η απόσταση αυτή ήταν μόλις πέντε μέτρα, όπως αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος : ‘’μία δε τίς εις αυτήν είσοδος  από της λίμνης εν στενώ λέλειπται, ου πλέον ή εις πεντεκαίδεκα διήκουσα πόδας’’[2]. Παλαιότερα πιθανώς η χερσόνησος να αποτελούσε νησίδα[3]  που ενώθηκε με τη στεριά μετά από τη υποβάθμιση της στάθμης της λίμνης και των προσχώσεων των εκβαλλόντων χειμάρρων στην πάροδο του χρόνου.
          Βασικό στοιχείο της οργάνωσης του ιστού αποτελούσαν το αμυντικό τείχος του Ιουστινιανού στον ισθμό και η μεταγενέστερη οχύρωση που περιτείχιζε το κεντρικό κομμάτι της πόλης με το κάστρο, που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Σύμφωνα με έρευνες, από τις τρείς πύλες του τείχους του ισθμού ξεκινούσαν τέσσερις οδοί που διέτρεχαν την πόλη σχεδόν παράλληλα. Το γεγονός αυτό αντιστοιχίας δρόμων και πυλών γεννά το λογικό συμπέρασμα ότι κατασκευάστηκαν βάσει ενιαίου σχεδίου. Δύο οδοί είχαν ως αφετηρία την κεντρική πύλη και έζωναν την ράχη όπου είναι κτισμένη η πόλη ακολουθώντας τις χαράξεις των σημερινών οδών Μητροπόλεως και Αγ. Αθανασίου. Η πρώτη διχοτομούσε το περιτειχισμένο τμήμα και κατέληγε πιθανώς στην αγορά της πόλης, στο πλάτωμα της σημερινής πλατείας Ομονοίας, αποτελώντας τον κύριο οδικό άξονα, την ‘’μέση’’ οδό των βυζαντινών πόλεων. Η δεύτερη οδηγούσε βορείως του κάστρου στην ευρύτερη περιοχή της Παναγίας Ελεούσας, που βρίσκεται στο διάσελο που συνδέει την κυρίως ράχη της πόλης με το βουνό της χερσονήσου της λίμνης. Ένας τρίτος δρόμος διέτρεχε το βόρειο παραλίμνιο τμήμα ακολουθώντας περίπου τη χάραξη της σημερινής οδού Χριστοπούλου. Ενώ τέλος, ένας τέταρτος ακολουθούσε την νότια ακτή της πόλης και την χάραξή του δεν την γνωρίζουμε επακριβώς. Το πιθανότερο είναι να αποτελούσε δευτερεύοντα άξονα που εξυπηρετούσε τις νότιες παραλίμνιες κατοικίες και καταργήθηκε άγνωστο πότε[4]. Τα υπόλοιπα σοκάκια της πόλης είχαν πολύ στενό πλάτος και ακανόνιστες χαράξεις που αναπτύχθηκαν οργανικά στο πέρασμα των ετών, όπως γινόταν εξάλλου στην σχεδόν απόλυτη πλειοψηφία των βυζαντινών καστροπολιτειών. Οι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι που συναντάμε στις ρωμαϊκές πόλεις σαφώς εκλείπουν εδώ και περιορίζονται σε μικρά ανοίγματα μπροστά από τις κύριες εκκλησίες και την μητρόπολη[5].
Η πολεοδομική οργάνωση στα βυζαντινά χρόνια
     Παρόλο που για τη χωροθέτηση των χρήσεων της πόλης στη βυζαντινή εποχή έχουμε ελάχιστες πληροφορίες, μπορούμε εντούτοις να κάνουμε κάποιες βάσιμες εικασίες. Η πόλη διέθετε εξωτερική οχύρωση στον ισθμό και εσωτερικό τείχος που περίκλειε τον κεντρικό πυρήνα της πόλης και το κάστρο. Οι βασικές λειτουργίες της πόλης σαφώς και θα περιλαμβάνονταν σ’ αυτό τον πυρήνα, έκτασης περίπου 12 εκταρίων. Το διοικητικό κέντρο και οι κατοικίες των βυζαντινών αρχόντων πιθανώς βρισκόταν κοντά στην κεντρική πύλη, καθώς εκεί βρισκόταν τα μεταγενέστερα τούρκικα κονάκια και γνωρίζουμε ότι οι Τουρκοι συνήθιζαν να τα διατηρούν[6]. Ομοίως, η μητρόπολη θα βρισκόταν στη θέση του περίοπτου καθεδρικού τεμένους των Τούρκων, του Κουρσούμ Τζαμιού. Τα ευρήματα εξάλλου συνηγορούν στην ύπαρξη πρωτοχριστιανικού ναού, που όπως αναφέρει ο Μουτσόπουλος ήταν αφιερωμένος στην Αγ. Παρασκευή[7]. Αντίθετη άποψη εξέφρασε στο παρελθόν ο αρχιμανδρίτης Γ. Χρηστίδης, αναφέροντας πως η μητρόπολη εντοπιζόταν στο ψηλότερο σημείο της πόλης, στη θέση του Γαζή Εβρέν τζαμιού[8], γεγονός που μάλλον δεν ισχύει, καθώς μετά την κατεδάφιση του τζαμιού και την θεμελίωση της σύγχρονης δεξαμενής το 1927, ανακαλύφθηκε μικρή, τρίκλιτη εκκλησία που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μητρόπολη[9]. Τέλος, η αγορά μάλλον χωροθετούνταν στην περιοχή της αγοράς κατά την Τουρκοκρατία, στην σημερινή πλατεία Ομονοίας, όπου εγκαταστάθηκαν και οι Εβραίοι, που ασχολούνταν κυρίως με εμπορικές δραστηριότητες.
   Γενικά, η πόλη ήταν πιό πυκνοκατοικημένη στον περιτειχισμένο πυρήνα. Όσον αφορά τώρα την υπόλοιπη εντός των τειχών ζώνη, θα περιελάμβανε εκτεταμένες αδόμητες εκτάσεις, κυρίως στα σημεία με μεγάλες κλίσεις (περιοχή βορείως κάστρου) και στην παραλίμνια ζώνη, που καλυπτόταν από έλη. Ο διαχωρισμός των συνοικιών της πόλης μας είναι άγνωστος, όπως και η ύπαρξη ενοριακών πλατειών. Στην περιοχή εκτός των τειχών, οργανώθηκαν πιθανώς κατα τον 11ο αι.[10] παζάρια (ψαράδικα, χασάπικα) και εργαστήρια επαγγελματικών συντεχνιών που ήταν ενοχλητικά για τη ζωή της πόλης (χαλκιάδικα, πεταλωτήρια, σιδεράδικα). Ακόμη, αναφέρονται χάνια και μπαξέδες λαχανικών στην ομαλή παραλίμνια περιοχή[11].
   Ερείπια δημοσίων έργων υποδομής εκλείπουν στην πόλη. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ύπαρξη βυζαντινού υδραγωγείου, αγωγών ύδρευσης και αποχέτευσης, δημοσίων λουτρών και ωρείων (αποθηκών δημητριακών). Σώζεται βέβαια ένα μικρό ιδιωτικό λουτρό της βυζαντινής εποχής στο Απόζαρι και υπάρχουν μαρτυρίες για ύπαρξη κινστερνών (δεξαμενών) στην περιοχή της Παναγιάς Φανερωμένης και της Κουμπελίδικης. Η υδροδότηση της πόλης προφανώς γινόταν είτε από την λίμνη κατά κύριο λόγο, είτε από μεμονωμένες στέρνες και πηγάδια[12].   



πηγές εικόνων
προσωπικό αρχείο


[1]  M. Sokoloski, Le developpement de quelques villes dans le sud des Balkans au 15e et 17e siecles, Balcanica, 1970, σ. 94-97
[1] Προκόπιος Καισαρεύς, Περι των του Δεσπότου Ιουστινιανού κτισμάτων, Loeb classical libraryτ. 4, κ. 3, σελ. 273
[2]  Δ. Κωτούλας, Η λίμνη της Καστοριάς. Α’ Μορφολογική εξέλιξη της λίμνης (ερευνητικό έργο) , Θεσ/νίκη, 1987, σ. 4, 114-122
[3]  Π. Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Επίκεντρο, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 53
[4]  Ν. Μουτσόπουλος, Η πρώιμη Βυζαντινή και η Μεσοβυζαντινή πόλη, Αρχαιολογία & Τέχνες 64 (Σεπ 1997), σ. 31
[5]  Β. Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατα την εποχή της Τουρκοκρατίας (1430-1912)Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νικη, 2008, σ. 412
[6]  Ν. Μουτσόπουλος, Καστοριά. Ιστορία – Μνημεία – Λαογραφία, από την ίδρυση μέχρι τον 10ο μ.Χ αι., Επιστημονική Επετηρίδα Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ 6 (1973-74), Θεσ/νίκη, σ. 374 - 407
[7]  Γ. Χρηστίδης, Αι εκκλησίαι της Καστοριάς, Γρηγόριος Παλαμάς 6 (1922), σ. 390-391
[8]  Π. Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Επίκεντρο, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 66
[9]  Χαρακτηριστικό φαινόμενο των βυζαντινών πόλεων της εποχής. Ν. Μουτσόπουλος, Η πρώιμη Βυζαντινή και η Μεσοβυζαντινή πόλη, Αρχαιολογία & Τέχνες 64 (Σεπ 1997), σ. 53
[10]  Π. Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Επίκεντρο, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 66
[11]  ο.π, σ. 67

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top