Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Μικρές ιστορίες 8: Το παλαιότερο κτίσμα της Καστοριάς

Η τρίκλιτη βασιλική του Αγ. Στέφανου μεταπολεμικά.
Η πόλη της Καστοριάς ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αι. μ.Χ από τον βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όπως μας πληροφορεί ο βυζαντινός χρονογράφος Προκόπιος που απαριθμούσε τις κτήσεις του[1]. Οι περισσότεροι ερευνητές συγκλίνουν στην άποψη ότι στην ακριβή θέση της Καστοριάς, προϋπήρχε η αρχαία μακεδονική πόλη Κέλετρον που σωζόταν μέχρι τη Ρωμαϊκή Εποχή, αλλά άγνωστο παραμένει το πότε ερημώθηκε. Υπολείμματα κατασκευών, προγενέστερων του 6ου αι. μ.Χ., εκλείπουν στην πόλη. Ίσως μονάχα τα λεγόμενα «πελασγικά τείχη», κάποια θεμέλια ίχνη οχύρωσης, που βρίσκονται στην κορυφή της χερσονήσου που εισέρχεται στη λίμνη, κοντά στο εξωκλήσι του Αγ. Αθανασίου. Η χρονολόγηση των οχυρώσεων αυτών δεν είναι βέβαιο ότι τοποθετείται στην προϊστορική περίοδο, σύμφωνα πάντα με απόψεις σύγχρονων αρχαιολόγων, και απαιτούνται ανασκαφικές έρευνες προκειμένου να χρονολογηθούν ασφαλέστερα. Επίσης, στα πρώιμα Παλαιοχριστιανικά Έτη μάλλον ανήκει και ο μικρός ξεχασμένος ναός του Αγ. Ζαχαρία στις όχθες της λίμνης, όπου είναι επιτακτική η έναρξη νέων ανασκαφικών εργασιών για να αποδειχθεί αυτή την εικασία. Αν αποδειχθεί, τότε ο Αγ. Ζαχαρίας θα είναι το παλαιότερο, έστω μερικώς σωζόμενο, κτίσμα στην πόλη.
Πέρα από τις εικασίες, η παλαιότερη σωζόμενη τμηματικά κατασκευή στην Καστοριά είναι στις μέρες μας το Ιουστιάνειο τείχος, ένα οχυρωματικό συγκρότημα που προστάτευε τη μοναδική δίοδο στην πόλη, τον στενό ισθμό της χερσονήσου της λίμνης. Στην πρωτόλεια μορφή του, το συγκρότημα περιλάμβανε δύο ή τρεις πύλες με τετράγωνης κάτοψης πύργους και τέσσερις ή πέντε ακόμη κυλινδρικούς πύργους[2]. Τα κεντρικά τείχη επιδέχονταν συνεχείς επισκευές και προσθήκες ανά τους αιώνες λόγω των πολυάριθμων επιδρομέων, με βασικότερες αυτές του 14ου και του 19ου αι. μ.Χ. Τα τείχη άρχισαν να καταρρέουν σταδιακά από τα τέλη του 19ου αι. και μεγάλο τμήμα τους κατεδαφίστηκε το έτος 1949[3]. Τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν σωστικές εργασίες στα εναπομείναντα τμήματά τους, που βρίσκονται πλάι στο Δημαρχείο της πόλης και ανάμεσα από τον μενδρεσέ και το 4ο Δημοτικό Σχολείο. Δεν διασώζεται καμία πύλη, αλλά μονάχα ένας κυλινδρικός πύργος έξω από το δημαρχείο.
Ο ναός του Αγ. Στεφάνου το 1917-18 φωτογραφισμένος
από μέλη της γαλλικής Στρατιάς Ανατολής του ΑΠΠ. Στον
περίβολό του υπήρχε μέχρι το 1935 νεκροταφείο.
Παρόλο που σώζονται κάποια μικρά τμήματα των τειχών του 6ου αι. μ.Χ., δεν θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε αυτά ως κτίρια, αλλά μάλλον ως κατασκευές. Χρονολογικά, τα αμέσως επόμενα κτίρια που σώζονται στην πόλη είναι μερικά από τη Μεσοβυζαντινή Εποχή (8ος -12ος αι. μ.Χ.) και αναφερόμαστε σαφώς σε θρησκευτικά κτίρια, δηλαδή τους ναούς του Αγ. Στέφανου, των Ταξιαρχών Μητροπόλεως, της Παναγίας Κουμπελίδικης, των Αγ. Αναργύρων, το καθολικό του μοναστηριού της Παναγίας Μαυριώτισσας, του Αγ. Νικολάου Κασνίτζη και των Ταξιαρχών Γυμνασίου. Από τους επτά σωζόμενους μεσοβυζαντινούς ναούς της πόλης, αρχαιότερος είναι αυτός του Αγ. Στέφανου βάσει των κατώτερων στρωμάτων τοιχογράφησης που ανάγονται στο β’ μισό του 9ου αι. μ.Χ.  
Ο ναός του Πρωτομάρτυρα Αγ. Στέφανου βρίσκεται σε ψηλό σημείο, κοντά στο ανατολικό άκρο της πόλης προς τη χερσόνησο. Είναι μια ψηλόστενη τρίκλιτη βασιλική που στεγάζεται με ημικυλινδρικές καμάρες και διαθέτει νάρθηκα και υπερώο (γυναικωνίτη). Δυστυχώς, κάποια κτητορική επιγραφή ή σύμβολο χρονολογίας δεν διασώζονται, αλλά το παλαιότερο στρώμα τοιχογράφησης του χρονολογήθηκε στο β’ μισό του 9ου αι. μ.Χ. Η εν λόγω τοιχογραφία της Δευτέρας Παρουσίας βρίσκεται στην καμάρα του νάρθηκα και αποτελεί την αρχαιότερη απεικόνισή της στον ελλαδικό χώρο. Την πρώτη περίοδο καταστράφηκε η κύρια στέγη του ναού, έτσι οι τοιχογραφίες της είναι μεταγενέστερες. Ο Αγ. Στέφανος είναι ένας πολύ ιδιαίτερος ναός με αρκετά μοναδικά στοιχεία μεταξύ των 61 παλιών εκκλησιών της πόλης.
Προπολεμική εικόνα της πίσω όψης 

του ναού, βυθισμένης στο έδαφος.
Κτισμένος στο άκρο της πόλης και έξω από το εσωτερικό τείχος της πόλης του 12ου αι. μ.Χ. μας υποδεικνύει ότι αρχικά ήταν καθολικό ενός μοναστηριού, από τα διάφορα που υπήρχαν στην πόλη, με άγνωστο τον αρχικό κτήτορα. Επίσης, η ύπαρξη ασκηταριού, τάφων και πολλών αφιερωματικών επιγραφών στο εσωτερικό του ενισχύουν την άποψη αυτή. Μέχρι τον 13ο αι. μ.Χ και την επανίδρυσή του, πιθανότατα ήταν αφιερωμένος σε άλλο ιερό πρόσωπο και όχι στον Αγ. Στέφανο. Η τοιχογραφία του ιερέα (και πιθανόν ασκητή του μοναστηριού) Θεόδωρου Λημνιώτη να προσφέρει ομοίωμα του ναού στον Αγ. Στέφανο ως κτήτορας ανάγεται στη β’ φάση τοιχογράφησης του 13ου αι[4]. Ο ιερέας Θεόδωρος Λημνιώτης είναι μάλλον το ίδιο πρόσωπο που έκτισε μαζί με τη σύζυγό του Άννα Ραδηνή τον γειτονικό ναό των Αγ. Αναργύρων του 11ου αι. Η εύρεση ταφής κάτω από την τοιχογραφία στα χρόνια του Μητροπολίτη Κυρίλλου (1882) εικάζεται πως ανήκε σε αυτόν[5].
Στα ιδιαίτερα στοιχεία του ναού είναι και η ύπαρξη ενός κτιστού δεσποτικού θρόνου, που υποδεικνύει τη λειτουργία του και ως Μητρόπολη. Βέβαια, η ύπαρξη δεσποτικού δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ήταν καθεδρικός ναός, όπως επίσης το μικρό μέγεθος του ναού και η εκτός των τειχών θέση του δεν ευνοούν το σενάριο αυτό. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την εφήμερη λειτουργία του ως Μητρόπολη σε περιόδους που εκείνη ανακαινιζόταν. Επίσης, άγνωστο έως ποια περίοδο λειτούργησε ως μοναστήρι και πότε μετατράπηκε σε ναό και ίσως μητροπολιτικό. Αργότερα, σε κάποια περίοδο της Οθωμανοκρατίας (σαφώς πριν το 1705 που ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο) λειτούργησε στον γυναικωνίτη του Αγ. Στέφανου ένα «κρυφό σχολείο» της εποχής, σύμφωνα με τον καθηγητή και έφορο αρχαιοτήτων Π. Τσαμίση[6]. Στον γυναικωνίτη υπάρχει παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Αγ. Άννα, το οποίο είναι δύσκολα προσβάσιμο λόγω της ιδιαίτερα στενής και απότομης κλίμακας που οδηγεί σε αυτό. Φαίνεται πως πιθανότατα το ασκηταριό λειτουργούσε ως πρόχειρος χώρος συγκέντρωσης και διδασκαλίας μαθητών. Μετά το 1650 ο Αγ. Στέφανος δεν ήταν ενοριακός ναός, αλλά ανήκε στην ενορία της Ελεούσας.
Αποτύπωση όψης, κάτοψης

και τομής του ναού από τον
βυζαντινολόγο Αναστ. Ορλάνδο.
Στα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ου αι., στον ναό προστέθηκε ακόμη ένας χαμηλότερος νάρθηκας για να καλύψει τις ανάγκες του ποιμνίου. Ο νέος νάρθηκας «αγκάλιασε» τον ναό σε σχήμα Γ και διαθέτει πολλά τοξωτά παράθυρα για την είσοδο του φωτός. Μέχρι το 1935 λειτουργούσε νεκροταφείο στον περίβολο του ναού, όπως και σε πολλές ακόμη εκκλησίες της πόλης. Σε νεώτερες εποχές προστέθηκε ένα γραφικό καμπαναριό στον περίβολό του, ο οποίος υπέστη εκσκαφή και αναπλάσθηκε. Ο ναός αποτυπώθηκε και μελετήθηκε από τους Αναστ. Ορλάνδο, A. Wharton-Epstein, Ν. Μουτσόπουλο, Ν. Σιώμκο[7]. Μετά το έτος 2000 έγινε η συντήρηση των τοιχογραφιών του από την αρμόδια 11η ΕΒΑ[8]. Γενικά, κατά τον 20ο αι. ο ναός λειτουργούσε μονάχα στις 26 Δεκεμβρίου, ημέρα εορτασμού του Πρωτομάρτυρα Αγίου Στέφανου.
Η αρχιτεκτονική του ναού εντυπωσιάζει με το ψηλό κεντρικό κλίτος που στηρίζεται σε ιδιαίτερα ογκώδεις πεσσούς και αψίδες. Το ιερό διαθέτει ένα μικρό κτιστό χώρισμα χωρίς τέμπλο και καταλήγει σε μια κόγχη, τρίπλευρη εξωτερικά με μονόλοβα παράθυρα, μοναδική στην Καστοριά. Τα πλάγια κλίτη είναι αισθητά στενότερα με μικρά μονόλοβα παράθυρα. Σπάνιο είναι το γεγονός ύπαρξης ενός γυναικωνίτη πάνω από τον νάρθηκα, όπου είναι προσβάσιμος με μια ιδιαίτερα στενή κλίμακα με πολύ ψηλά ρίχτια. Ο γυναικωνίτης αποτελούσε ένα μικρό παρεκκλήσι, αφιερωμένο στην Αγ. Άννα, που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως ασκηταριό. Γενικά, ο επισκέπτης αποκομίζει μια αίσθηση μυσταγωγίας των πρωτοβυζαντινών και μεσοβυζαντινών χρόνων, σαν να βρίσκεται σε μια κατακόμβη.
Η κατασκευή του ναού έγινε με το λεγόμενο πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης, όπου κάθε λίθος περικλείεται από διαζώματα κεραμικών συμπαγών οπτόπλινθων. Οι οπτόπλινθοι σχηματίζουν μάλιστα πολλά σχήματα που παραπέμπουν σε γράμματα (Κ,Җ Χ, Σ, Ρ) ή σε ήλιους και προσδίδουν ένα κάπως κοκκινωπό χρώμα στον ναό. Οι σημερινές πολυεπίπεδες στέγες είναι ξύλινες με βυζαντινού τύπου κεραμίδια, που κατασκευάστηκαν σαφώς μεταγενέστερα.
Το κεντρικό κλίτος του ναού με το Ιερό

Βήμα και τις μοναδικές τοιχογραφίες.
Από το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού εμφανίζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αρκετές τοιχογραφίες. Αρχικά, η παλιότερη τοιχογραφία της Δευτέρας Παρουσίας στον πρόναο από τα τέλη του 9ου αι. μ.Χ.. Επειτα, τα τρία μετάλλια στην καμάρα του κεντρικού κλίτους που αποτελούν από τις παλιότερες στον ελλαδικό χώρο απεικονίσεις του Ιησού ως Εμμανουήλ, Παντοκράτωρ και Παλαιός των Ημερών. Οι οκτώ μεγαλοπρεπείς πολυπρόσωπες τοιχογραφίες του Δωδεκάορτου στην υπερύψωση του κεντρικού κλίτους. Οι εντυπωσιακές απεικονίσεις της Παναγίας ως Βρεφοκρατούσα, Γαλατοτροφούσα και Γοργοεπήκοος. Η κτητορική παράσταση του Θεόδωρου Λημνιώτη που προσφέρει ομοίωμα του ναού στον Αγ. Στέφανο, όπως και η κτητορική επιγραφή του μοναχού Γεωργίου. Τέλος, ενδιαφέρουσες είναι και οι αγιογραφήσεις Αγίων από το πρώτο στρώμα τοιχογράφησης που σπάνια αναφέρονται σήμερα, αλλά φαίνεται πως ήταν δημοφιλείς στη Μεσοβυζαντινή Εποχή: Άγ. Εύπλος, Αγ. Ερμόλαος, Αγ. Μάμας, Αγ. Φλώρος, Αγ. Λαύρος, Αγ. Πρίσκος, Αγ. Αγάπιος, Αγ. Θεόπιστος, Αγ. Θεοπίστη και Αγ. Ευπραξία[9]. Τα παλιότερα στρωμάτα τοιχογράφησης έχουν υποστεί αρκετές καταστροφές και διακρίνονται από τα επόμενα του 13ου – 14ου αι[10].  
               

Σύγχρονη φωτογραφία του αποκατεστημένου ναού με τον νάρθηκα
και τον όμορφο λιθόστρωτο περίβολό του.






[1] Προκόπιος Καισαρεύς, Περί των του Δεσπότου Ιουστιανιανού κτισμάτων IV.3
[2] Π. Τσολάκης, Πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές έρευνες στην Καστοριά, University Studio Press, Θεσ/νίκη 1996, σ. 9-35
[3] Ι. Μπακάλης Τουριστικός οδηγός Καστοριάς, Καστοριά 1951, σ. 13
[4] Σ. Πελεκανίδης – Μ. Χατζηδάκης, Καστοριά, Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, Μέλισσα, Θεσ/νίκη 1984, σ. 19· Ε. Δρακοπούλου, Η πόλη της Καστοριάς τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (12ος – 16ος αι.). Ιστορία – Τέχνη – Επιγραφές, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1997, σ. 19
[5] Π. Τσαμίσης, Η Καστοριά και τα μνημεία της, τύποις Αλευρόπουλου, Εν Αθήναις, 1949, σ. 107
[6] ο.π, Τσαμίσης, σ. 71
[7] Α. Ορλάνδος, «Τα βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς», ΑΒΜΕ Δ’ (1938) 107-112· A. Wharton-Epstein, «Middle Byzantine Churches of Kastoria: Dates and Implications», The Art Bulletin, 62.2 (Jun 1980) 190-207· Ν. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες της Καστοριάς 9ος – 11ος αιώνας, Παρατηρητής, Θεσ/νίκη 1992, σ. 203-227· N. Siomkos, Lenglise Saint-Etienne a Kastoria. Etude des differentes phases du decor peint (Xe-XIVe siecles), Βυζαντινά Κείμενα και Μελέται 38, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Θεσ/νίκη 2005
[8] Ι. Σίσιου (επιμ.), Συντήρηση ναού Αγ. Στέφανου, Υπουργείο Πολιτισμού, 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Βέροια 2008
[9] ο.π, Σίσιου, Π. Σγουρός – Β. Μπουλέρου – Α. Πετρίδης, Μελέτη συντήρησης των τοιχογραφιών του Ι.Ν. Αγ. Στεφάνου Καστοριάς, Βέροια 2001
[10] Ι. Σίσιου, «Η μερική ανανέωση της ζωγραφικής του Αγίου Στέφανου στην Καστοριά κατά τον 13ο και 14ο αιώνα», Nis i Vizantija VII 273-292


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top