Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Φωτογραφία: Η Κλεισούρα λίγα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα

Η συνοικία του Αγίου Δημητρίου Κλεισούρας στις αρχές της δεκαετίας του '50, λίγα μόλις έτη μετά το Ολοκαύτωμα της 5ης Απριλίου 1944.



Η ιστορική παλιά κωμόπολη Κλεισούρα είναι κτισμένη στις πλαγιές του όρους Μουρίκι (βόρεια απόληξη του Άσκιου ή Σινιάτσικου όρους), δύο μόλις χιλιόμετρα από το Στενό Νταούλι, μια διάβαση με στρατηγική σημασία, καθώς είναι το μοναδικό πέρασμα μεταξύ Καστοριάς και Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου. Η σημασία του είχε αναγνωριστεί από τους Γερμανούς κατά την Κατοχή, οι οποίοι μετά από επιθέσεις του ΕΛΑΣ εγκατέστησαν εκεί ένα φυλάκιο, δίπλα στην παλιά τοξωτή γέφυρα. Το φυλάκιο επανδρώθηκε με ντόπιους βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους κομιτατζήδες και δοσίλογους του εθελοντικού Τάγματος Πούλου με επικεφαλής τον παλιό Μακεδονομάχο Ανδρέα Παναγιωτόπουλο.  

Τους μήνες πριν το Ολοκαύτωμα της Κλεισούρας συνέβησαν διάφορες επιθέσεις των αντιστασιακών τμημάτων του ΕΛΑΣ Σινιάτσικου στο Νταούλι και τους Πουλικούς που στρατωνίζονταν στο δημοτικό σχολείο της Κλεισούρας. Η απόφαση για την επίθεση της 5ης Απριλίου 1944 ήταν σύμφωνα με τον επικεφαλής Αλέξανδρο Ρόσιο (καπετάν Υψηλάντη), μια διαταγή του διοικητή της 9ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, Ιερώνυμο Τρωιανό (καπετάν Καρατζά) με σκοπό τη λαφυραγώγηση μιας γεννήτριας αυτοκινήτου που θα χρησίμευε στη λειτουργία του ασυρμάτου. Σε άλλο σημείο του βιβλίου του όμως συνδέει την επίθεση με την απελευθέρωση των εκατοντάδων Εβραίων της Καστοριάς, που συνελήφθησαν την 25η Μαρτίου και επρόκειτο να μεταφερθούν με φορτηγά στη Θεσσαλονίκη. Πολλές πηγές όμως θεωρούν ότι υπήρχε σκοπιμότητα στην ενέργεια του Ρόσιου. Υποστηρίζουν πως ο Ρόσιος επιχειρούσε να ασκήσει πίεση στους άνδρες της κωμόπολης, προκειμένου να ενταχθούν στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Μάλιστα αναφέρεται πως οι Κλεισουριώτες, αισθανόμενοι τον κίνδυνο αντιποίνων, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να μεταπείσουν τον Ρόσιο ώστε να προσβάλει τους Γερμανούς στη θέση Κόττορι, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα προς την Καστοριά.

Το πρωινό της 5ης Απριλίου 1944 τμήμα του ΕΛΑΣ Σινιάτσικου με επικεφαλής τον Ρόσιο πραγματοποίησε ενέδρα με χειροβομβίδες σε γερμανική ολιγομελή πομπή ενός επιβατηγού αυτοκινήτου και τριών συνοδευτικών μοτοσυκλετών. Στο επιβατηγό επέβαινε ο λοχαγός των SS Gerhard Klingelhöfer μαζί με τον οδηγό και τον υπασπιστή του. Ο αριθμός των νεκρών Γερμανών της μικρής μάχης δεν είναι επακριβώς γνωστός, καθώς οι διάφορες πηγές δεν συμφωνούν μεταξύ τους και αναφέρουν από 2 έως 8 άτομα. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των πηγών συμφωνεί ότι τα νεκρά πτώματα υπέστησαν βεβήλωση. Δεν είναι βέβαιο αν τη βεβήλωση που εξώθησε εκτός ορίων τους Γερμανούς, την έκανε η ομάδα του Ρόσιου ή οι κομιτατζήδες του διπλανού φυλακίου, που κατέφθασαν στο σημείο. Μετά την επίθεση, οι ΕΛΑΣίτες  κινήθηκαν στο χωριό και έπειτα στα δάση του Μουρικίου. Οι άνδρες της Κλεισούρας, που ενημερώθηκαν για την επίθεση, κατέφυγαν στο μοναστήρι της Παναγίας και το Βαρικό. Αντίθετα, τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι παρέμειναν στην κωμόπολη, καθώς πίστευαν ότι οι Γερμανοί δεν θα στρέφονταν εναντίον τους. Από την άλλη, ο Klingelhöfer έφτασε στην Πτολεμαΐδα, όπου ενημέρωσε τον Συνταγματάρχη των Waffen SS Karl Schümers, ο οποίος διέταξε την επίθεση στην Κλεισούρα.

Την 5η απογευματινή ώρα, μετά τη ρίψη συνθηματικής φωτοβολίδας, εισέβαλαν στην Κλεισούρα μονάδες του 7ου Συντάγματος των SS από την Κοζάνη και την Καστοριά, μαζί με ομάδες κομιτατζήδων της περιοχής. Επικεφαλής ήταν ο ίδιος ο Schümers, μαζί τον Γερμανό Φρούραρχο Καστοριάς Hildebrandt και το σύνδεσμο με το Κομιτάτο Λοχαγό Maximilian Reischl. Ηγέτης των κομιτατζήδων από τα γειτονικά σλαβόφωνα χωριά ήταν ο ιδιαίτερα δραστήριος κατά την Κατοχή Βούλγαρος Υπολοχαγός Άντον Κάλτσεφ, που είχε καταγωγή από την περιοχή. Ακολούθησε μια ανηλεής και αδιάκριτη σφαγή των αμάχων γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων, ενώ πυρπολήθηκαν οι περισσότερες οικίες της κωμόπολης. Πολλά βρέφη, παιδιά, έγγυες γυναίκες και υπερήλικες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, καθώς Γερμανοί και κομιτατζήδες εισέβαλαν σε κάθε σπίτι. Ο βαρύς φόρος αίματος των Κλεισουριωτών ανήλθε σε 280 περίπου άτομα.

Μεταπολεμικά, η Κλεισούρα τιμήθηκε με Πολεμικό Σταυρό Α’ Τάξεως και συπεριλήφθηκε στο Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων & Χωριών της Ελλάδας 1940-45. Κάθε χρόνο τελείται μνημόσυνο εις μνήμην των θυμάτων του Ολοκαυτώματος της Κλεισούρας στο μεγαλοπρεπές μνημείο που στήθηκε, δίπλα στο ναό του Αγίου Δημητρίου.

Η φωτογραφία προέρχεται από το προσωπικό αρχείο του Κλεισουριώτη δρ. Ιστορίας του Ελληνισμού Νικόλαου Σιώκη και χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950, μόλις λίγα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα. Απεικονίζεται η συνοικία του Αγίου Δημητρίου με πολλά κατεστραμμένα σπίτια γύρω της. Δεξιά διακρίνεται ερειπωμένη η εντυπωσιακή αρχοντική οικία Σιμώττα που δεν υπάρχει σήμερα.




Βοηθήματα
Γ. Τρύπης, «Κλεισούρα. Κλεισούρα: Σύντομος ιστορική ανασκόπησις της Ιστορίας της Κλεισούρας, Φλώρινα χ.χ
Α. Ρόσιος (Υψηλάντης), Στα φτερά του οράματος. Εθνική Αντίσταση – Διωγμοί μετά τη Βάρκιζα – Εμφύλιος 1946-49 – Πολιτική προσφυγιά, Θεσ/νίκη 1997
Σ. Δορδανάς, Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία (1940-1944), διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Θεσ/νίκη 2002, σ. 543-598
Ν. Σιώκης, «Χρονικό της σφαγής της 5ης Απριλίου 1944 στην Κλεισούρα Καστοριάς», Φίλιππος 47 (Απρ - Ιουν 2005), [εκδ. Ιστορική & Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος»], Γιαννιτσά, 16 – 19
Ν. Σιώκης, «Χρονικό του Ολοκαυτώματος της Κλεισούρας από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής στις 5 Απριλίου 1944», ανέκδοτη ομιλία, Κλεισούρα 6 Απριλίου 2014


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top