Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η Καστοριά με μια ματιά: Φυσικό περιβάλλον

Κλίμα         
         Οι κλιματικές συνθήκες στο λεκανοπέδιο της Καστοριάς χαρακτηρίζονται ως μεσογειακές ηπειρωτικές, λόγω της απόστασης από τη θάλασσα, του σχετικά μεγάλου υψομέτρου και της ύπαρξης πολλών βουνών της οροσειράς της Βόρειας Πίνδου. Αν και ολόκληρη η χώρα χαρακτηρίζεται γενικά από μεσογειακό κλίμα, δηλαδή ήπιους χειμώνες και παρατεταμένα, θερμά και ξηρά καλοκαίρια, στη Δυτική Μακεδονία και την οροσειρά της Ροδόπης επικρατούν συνθήκες που τείνουν να μοιάσουν με αυτές του μεσοευρωπαϊκού κλίματος. Επίσης, η ύπαρξη της λίμνης είναι καθοριστική για το μικροκλίμα της περιοχής, καθώς μαλακώνει το δριμύ ψύχος τον χειμώνα και δροσίζει φυσικά το καλοκαίρι.

Ο χειμώνας στην Καστοριάς είναι αρκετά δριμύς, συχνά με θερμοκρασίες
κάτω από 0 Βαθμούς Κελσίου.
Ως αποτέλεσμα η επιφάνεια της λίμνης Ορεστιάδας καλύπτεται εξ' ολοκλήρου
από ένα παχύ στρώμα πάγου για μερικές ημέρες τον χρόνο.



Οι χειμώνες στην Καστοριά είναι αρκετά ψυχροί με αυξημένα ποσοστά υγρασίας και βροχόπτωσης άνω των 700 χιλ./μήνα. Γενικά, η περίοδος από τον Νοέμβριο έως τον Απρίλιο αποτελεί την ψυχρή περίοδο, που απαιτείται θέρμανση. Πολλές χειμωνιάτικες ημέρες η θερμοκρασία κατέρχεται του μηδενός με αποτέλεσμα να παγώνει ακόμη και η επιφάνεια της λίμνης. Επίσης, σημαντικό ποσοστό των κατακρημνίσεων εκδηλώνεται ως χιόνι, πάχνη και ομίχλη, ενώ σπανιότερα ως χαλάζι. Η άνοιξη έχει μικρή διάρκεια λόγω του παρατεταμένου χειμώνα και χαρακτηρίζεται με μέτριες θερμοκρασίες και αρκετές βροχοπτώσεις. Το καλοκαίρι είναι θερμό και ξηρό με ποσοστά υγρασίας κάτω από 70%. Σπάνια παρατηρούνται θερμοκρασίες άνω των 40 οC, κυρίως κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο. Το φθινόπωρο είναι σχετικά θερμό, τουλάχιστον μέχρι τον Νοέμβριο, με μέτρια ποσοστά βροχοπτώσεων. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του έτους οι άνεμοι πνέουν από βόρεια και βορειοδυτική κατεύθυνση. Να σημειωθεί η παρατήρηση ότι οι πιο ορεινές περιοχές της Περιφερειακής Ενότητας με υψόμετρο άνω των 1000 μ., παρουσιάζουν αρκετά χαμηλότερες θερμοκρασίες και μεγαλύτερα ποσοστά υγρασίας του αέρα και κατακρημνίσεων σε σχέση με τις περιοχές κοντά στη λίμνη.


Δείτε ακόμη

  


Ανάγλυφο
                Η περιοχή της Καστοριάς χαρακτηρίζεται από ορεινό ανάγλυφο, καθώς οι πεδινές της εκτάσεις περιορίζονται μόνο γύρω από τη λίμνη Ορεστιάδα. Αναλυτικότερα, το 60,2 % του εδάφους είναι ορεινό, το 28,9 % ημιορεινό και το 10,5 % πεδινό. Πέντε είναι οι κυρίως ορεινοί όγκοι που καλύπτουν την περιοχή: ο Γράμμος, το Βέρνο (Βίτσι), το Βόϊο, το  νότιο Τρικλάριο (Μάλι-Μάδι) και το βόρειο Άσκιο (Μουρίκι). Κάθε βουνό παρουσιάζει τα δικά του χαρακτηριστικά και προσφέρει όμορφες εικόνες στον περιηγητή.
                Ο μεγαλειώδης Γράμμος με τις ψηλές κορυφές και τη σπάνια χλωρίδα και πανίδα καταλαμβάνει το ΝΔ τμήμα της περιοχής στα σύνορα με την Αλβανία και τα Ιωάννινα. Η ψηλότερη κορυφή του (Τσούκα - Πέτσικ) αποτελεί την τέταρτη υψηλότερη χώρας με υψόμετρο 2521 μ., η οποία βρίσκεται ακριβώς πάνω στο σύνορα Αλβανίας και Ελλάδας. Βόρεια, συνδέεται με την οροσειρά του Μοράβα επί αλβανικού εδάφους και νότια με το Κάμενικ. Από τον Γράμμο πηγάζουν οι ποταμοί Αλιάκμονας και Σαραντάπορος, ενώ οι τέσσερις αλπικές δρακόλιμνες συμπληρώνουν το μοναδικό φυσικό τοπίο. Το ιστορικό πλαίσιο που συνοδεύει το βουνό είναι πλουσιότατο, καθώς εδώ πραγματοποιήθηκαν σκληρότατες μάχες της νεότερης ιστορίας. Ξεκινώντας από τα τις καταστροφές στα Ορλωφικά και την εποχή του Αλή Πασά, μετά στον Μακεδονικό και τον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα και φυσικά στο Έπος του 1940 και τον σκληρότατο Εμφύλιο Πόλεμο. Τότε ερήμωσαν και τα περισσότερα Γραμμοχώρια, που παραμένουν μέχρι σήμερα χωρίς μόνιμους κατοικους. Σήμερα, το βουνό προσφέρεται για πεζοπορικές περιηγήσεις, διαδρομές με αυτοκίνητα 4Χ4, αναρρίχηση, διάσχιση φαραγγιών και κατάβαση ποταμού. Πληροφορίες προσφέρει το Κέντρο Ενημέρωσης Γράμμου στο Νεστόριο.
Το εκπληκτικό φαράγγι Καταφίκι, απ' όπου διέρχεται ο Αλιάκμονας μετά τις πηγές του.
Στο δυσπρόσιτο φαράγγι υπήρχε το νοσοκομείο ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο.


                Το όρος Βέρνο ή Βίτσι καλύπτει το ΒΑ τμήμα της περιοχής προς τη Φλώρινα, αποτελώντας φυσικό όριο των δύο λεκανών. Βόρεια, το βουνό χωρίζεται με το διάσελο της Βίγλας από τον Βαρνούντα, ενώ νότια αποκόπτεται από το Άσκιο λόγω του αυχένα της Κλεισούρας (Νταούλι). Πολλές διακλαδώσεις ορεινών όγκων, πανέμορφα δάση, κοιλάδες με μικρά ρέματα, οικισμοί με λίγους κατοίκους και εκλεκτά προϊόντα όπως φασόλια, μανιτάρια και πατάτες, συνθέτουν μερικές από τις εικόνες του βουνού. Την ψηλότερη κορυφή αποτελεί το ομώνυμο Βίτσι με υψόμετρο 2128 μ., όπου υπάρχουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κεραίες της Πολεμικής Αεροπορίας. Από το Βίτσι πηγάζουν ο Λαδοπόταμος και ο Σακουλέβας ποταμός. Ομοίως και εδώ, τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν είναι εξαιρετικής σημασίας. Ο Μακεδονικός Αγώνας και ο Εμφύλιος Πόλεμος έχουν και πάλι την «τιμητική» τους εδώ, καθώς πολλές συγκρούσεις έγιναν στις πλαγιές του βουνού. Μάλιστα, το τέλος του εμφυλίου δόθηκε στα οχυρώματα του βουνού.

Η κορυφή του Βιτσίου (2128 μ.), του δεύτερου μεγάλου ορεινού όγκου στην περιοχή της Καστοριάς. Στα αλπικά λιβάδια της της τοποθεσίας ανεγέρθηκε το μνημείο πεσόντων αξιωματικών και στρατιωτών του Εμφυλίου Πολέμου.


                Το Βόιο είναι το τρίτο υψηλότερο βουνό στην περιοχή. Έχει μακρόστενο σχήμα και αναπτύσσεται μεταξύ μεταξύ των Αντιπεριφερειών Καστοριάς και του Δήμου Βοΐου Κοζάνης. Κάποιοι θεωρούν λανθασμένα το βουνό ως τμήμα του Γράμμου, αλλά αποκόπτεται από αυτόν με τις κοιλάδες του Αλιάκμονα και του Σαραντάπορου. Νότια και δυτικά το Βόιο χωρίζεται από τον Σμόλικα και τη Βασιλίτσα με τις κοιλάδες της Ζούζουλης και του Δοτσικού, ενώ ανατολικά απλώνονται οι λοφώδεις πλαγιές του σε μια εκτεταμένη περιοχή μέχρι τη Νεάπολη. Δύο είναι οι ψηλότερες κορυφές του, σχεδόν ισοϋψείς, το Παλιοκρήμινι (1806 μ.) και ο Προφήτης Ηλίας (1803 μ.). Απολήξεις του όρους αποτελούν τα μικρότερα βουνά Όντρια, Πύργος Κοτύλης, Τάλιαρος και Θανασούλας. Τις πηγές τους εδώ έχουν πολλοί παραπόταμοι του Αλιάκμονα, όπως ο Στραβοπόταμος, ο Βέλος, η Πραμόριτσα και ο Γρεβενίτης ποταμός. Στις πλαγιές και τις κοιλάδες του Βοΐου  αναπτύσσονται τα πολυάριθμα Καστανοχώρια και τα Κατσαουνοχώρια. Σημαντικό αξιοθέατο κοντά στον οικισμό Κοτύλη αποτελεί ο ασύλληπτης ομορφιάς γκρεμνός του Χάρου και το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης.

Οι θεόρατοι γκρεμνοί του Χάρου στη θέση Σπανούρα Κοτύλης, κάτω από την κορυφή Πύργος του Βοΐου, ένα τοπίο που αφήνει έκπληκτο κάθε επισκέπτη. Εδώ υπάρχει το μνημείο των τριών ανταρτών που αυτοκτόνησαν για να μη πιαστούν αιχμάλωτοι από τον Εθνικό Στρατό και σε μικρή απόσταση βρίσκεται το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης.


                Στο βορειοδυτικό τμήμα της περιοχής βρίσκονται οι νότιες απολήξεις του μικρού όρους Τρικλάριο, που έχουν πάρει την ονομασία Μάλι – Μάδι και χωρίζονται από τον κυρίως όγκο του βουνού με την  κοιλάδα της Κρυσταλλοπηγής. Το Μάλι-Μάδι είναι βραχώδες και γυμνό από δάση στο μεγαλύτερο μέρος του και η ψηλότερη κορυφή του είναι το Μπούτσι (1713 μ.). Το βουνό διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, καθώς μέσω αυτού έγινε ο περίφημος ελιγμός των ανταρτών από τον Γράμμο στο Βίτσι. Ακόμη και σήμερα, εντοπίζονται σε αυτό πολλά οχυρώματα του Εμφυλίου, αλλά και της λεγόμενης «Γραμμής Μεταξά», δηλαδή του σχεδίου αμυντικής θωράκισης της χώρας που κατασκεύασε η κυβέρνηση Μεταξά τα χρόνια πριν τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Τέλος, τμήμα του βουνού είναι ανεσκαμμένο για την εξόρυξη νικελίου.

Η μικρή εποχιακή λίμνη Οχτάρα σε ένα μικρό οροπέδιο κάτω από την κορυφή Μπούτσι του βουνού Μάλι - Μάδι. 

                Στο ανατολικό κομμάτι της Αντιπεριφέρειας δεσπόζει ο ορεινός όγκος του Ασκίου ή καλύτερα το βόρειο τμήμα του, το όρος Μουρίκι. Το βουνό βρίσκεται ανάμεσα από την Καστοριά και την Πτολεμαΐδα, νοτίως του Βιτσίου και βορείως του κυρίως Ασκίου, με το οποίο χωρίζει λόγω της κοιλάδας του ποταμού Μύριχου και του αυχένα της Βλάστης. Δεν υπάρχουν ψηλές κορυφές στο Μουρίκι, καθώς το μέγιστο ύψος θα το συναντήσουμε στην ομώνυμη κορυφή με υψόμετρο 1699 μ., η οποία βρίσκεται εντός των ορίων της Αντιπεριφέρειας Κοζάνης. Δυτικές απολήξεις του αποτελούν τα μικρότερα υψώματα Κάστρο Ζώτα, Οξυά, Σαρακήνα, Κορησός και Βογατσικό. Πυκνά δάση καλύπτουν τις πλαγιές του βουνού, με εξαίρεση το άνυδρο βουνό Βογατσικό.
                Περίπου στο κέντρο του λεκανοπεδίου της Καστοριάς βρίσκεται η λίμνη Ορεστιάδα, γύρω από την οποία υπάρχουν επίπεδες εκτάσεις και μεμονωμένα χαμηλά υψώματα, όπως αυτό στη χερσόνησο της λίμνης, το Πετρώδες του Δισπηλιού και το Μαύρο Βουνό στους Μανιάκους. Εδώ υπάρχουν μηλεώνες, καλλιέργιες φασολιών και δημητριακών. Επίσης, και κατά μήκος του Αλιάκμονα υπάρχουν μερικές πεδινές εκτάσεις, κυρίως γύρω από το Άργος Ορεστικό. Το υπόλοιπο τμήμα προς τα δυτικά έως τους πρόποδες του Γράμμου και του Βοΐου καλύπτεται με μικρούς λόφους και λακκορεματιές, όπου καλλιεργούνται σιτηρά και όσπρια.

Οι ψηλότερες κορυφές των πέντε ορεινών όγκων της Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς.


Δείτε ακόμη




Υδρογραφικό δίκτυο
                Το υδατικό απόθεμα της περιοχής της Καστοριάς κρίνεται ως ιδιαίτερα πλούσιο, τόσο σε επίπεδο επιφανειακών όσο και υπογείων υδάτων, λόγω του μεγάλου υψομέτρου των βουνών και του αυξημένου φορτίου κατακρημνίσεων (βροχές, χιόνι).
Η ταυτότητα της Λίμνης Ορεστιάδας.
                Κύριες υδατικές πηγές αποτελούν η λίμνη Ορεστιάδα και ο ποταμός Αλιάκμονας. Η λίμνη Ορεστιάδα ή Καστοριάς είναι η όγδοη μεγαλύτερη της χώρας με εμβαδόν 28 τ.χλμ. περίπου. Έχει σχήμα πεταλοειδές λόγω της ύπαρξης μια βραχώδους χερσονήσου που εισχωρεί σε αυτή. Σε παλαιότερες γεωλογικές περιόδους η λίμνη κάλυπτε υπερτριπλάσια έκταση και η χερσόνησος αυτή αποτελούσε νησί. Η λεκάνη απορροής της λίμνης έχει ως υδροκρίτες τον αυχένα της Κλεισούρας, την κορυφογραμμές του όρους Βίτσι και τέλος τα μικρότερα βουνά Καζάνι, Αγία Τριάδα, Ψαλίδα, Μαύρο Βουνό, Πετρώδες, Μικρό Βουνό, Κορησός και Πύργος. Εκτός από τα εννέα μικρά ρέματα που χύνονται σε αυτή (Παλαιοπόταμος, Ιστακού, Φωτεινής, Μεταμόρφωσης, Τοιχιού, Αγ. Αθανασίου, Βυσσινιάς, Αποσκέπου και Φουντουκλή), η λίμνη τροφοδοτείται από φυσικές πηγές στον πυθμένα της.


Στη λίμνη Ορεστιάδα ζουν δεκάδες είδη ορνιθοπανίδας, παρά τη μέτρια περιβαλλοντική επιβάρυνση που υφίσταται. Οι δεκάδες πανέμορφοι κύκνοι δεν ήταν αρχικά ενδημικό είδος της περιοχής, αλλά τα πρώτα ζευγάρια μεταφέρθηκαν από τη Γερμανία το έτος 1967.


                Η λίμνη Ορεστιάδα περιβάλλεται κυρίως από πεδινές εκτάσεις με καλλιέργειες και εκτεταμένους καλαμώνες, ειδικά στο ΝΑ τμήμα της. Η χερσόνησος της Κορίτσας, δηλαδή το «Βουνό» όπως το αποκαλούν οι Καστοριανοί, είναι βραχώδες, άνυδρο και παλαιότερα γυμνό από δέντρα (από τον Μεσοπόλεμο και μετά γίνονται αναδασώσεις), ενώ υπάρχουν πολλοί φυσικοί σπηλαιώδεις σχηματισμοί με κυριότερη την φημισμένη σπηλιά του Δράκου. Στο στενότερο σημείο της χερσονήσου είναι χτισμένη η πόλη της Καστοριάς, που απολαμβάνει την μοναδική θέα στο υγρό στοιχείο. Βέβαια, γειτνίαση της λίμνης με την πόλη και τις καλλιέργειες έχει δημιουργήσει σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα στα νερά της, που προσπαθούν να επιλύσουν οι αρμόδιοι. Ανέκαθεν, η λίμνη εξυπηρετούσε τις συγκοινωνίες με τα παραλίμνια χωριά με τις παραδοσιακές βάρκες και τα σιδερένια μοτόρια. Ακόμα και σήμερα ο επισκέπτης έχει ακόμα τη δυνατότητα να παρατηρήσει τα λεγόμενα «καστοριανά καράβια», δηλαδή τις ιδιόμορφες ξύλινες βάρκες με την υπερυψωμένη πλώρη και πρύμνη, αλλά και να επιβιβαστεί στο δημοτικό τουριστικό πλοιάριο ώστε να απολαύσει μια μοναδική βόλτα.

Η αλπική λίμνη Γκιστόβα κοντά στην κορυφή του Γράμμου, στο σύνορο Ελλάδας - Αλβανίας, η λίμνη με το μεγαλύτερο υψόμετρο στην Ελλάδα (2360 μ.). Το περίεργο όνομά της προέρχεται από τη βλάχικη λέξη gizda ,που αναφέρεται στο γυναικείο γεννητικό όργανο!

Εκτός από τη λίμνη της Καστοριάς, τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί τρεις μικρότερες τεχνητές λίμνες σε ποταμάκια της περιοχής, κοντά στα χωριἀ  Βασιλειάδα, Γέρμας και Βράχος. Μάλιστα, στην λίμνη του Βράχου διοργανώνεται ετήσιος κολυμβητικός αγώνας τον Ιούνιο. Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να λησμονήσουμε και τις μικρές εντυπωσιακές δρακόλιμνες του Γράμμου και των Αρρένων. Η λίμνη Γκιστόβα που βρίσκεται σε υψόμετρο 2360 μ. και οι δύο λίμνες στη θέση Μουτσάλια των Αρρένων αποτελούν πόλο έλξης των φυσιολατρών και τόπος διαβίωσης των ενδημικών τριτώνων. Τέλος, υπάρχουν και λιγότερο γνωστές λιμνούλες και δολίνες στην Κάτω Αρρένα, στο χωριό Αγία Κυριακή, στην κορυφή Μπούτσι του Μάλι-Μάδι και δύο ακόμη στο υψίπεδο του Παλιού Κωσταραζίου.

Οι μαγικές ορεινές λίμνες Μουτσάλια στη σκιά της Επάνω Αρρένας (2195 μ.).
Στις δύο λίμνες (η δυτική είναι εποχιακή) ζει το σπανιότατο ενδημικό αμφίβιο είδος του αλπικού τρίτωνα. Επίσης, η βρύση Τρακοσάρα που βρίσκεται εδώ πήρε το όνομά της επειδή λέγεται ότι το νερό της είναι τόσο ελαφρύ, ώστε μια οκά ζυγίζει 300 δράμια και όχι 400 όπως το κανονικό.

         Ο ποταμός Αλιάκμονας είναι ο μακρύτερος επί ελληνικού εδάφους με μήκος 297 χλμ., ο οποίος πηγάζει από τις ψηλότερες κορυφές του Γράμμου κοντά στον οικισμό Γράμμουστα. Η μέση ετήσια παροχή του είναι 97 κ.μ./δευτ. Βασικοί παραπόταμοί του είναι ο Λαδοπόταμος, ο Στραβοπόταμος, ο Βέλας, ο Μύριχος, η Πραμόριτσα, ο Γρεβενίτης, ο Βενέτικος και η αποστραγγιστική τάφρος 66 που συλλέγει τα νερά του Εδεσσαίου, του Μογλενίτσα, της Αραπίτσας και του Τριπόταμου.
Μετά τις πηγές του το ποτάμι κυλά στο εκπληκτικό φαράγγι Καταφίκι και εισέρχεται σε μια μακρά κοιλάδα μέχρι το Νεστόριο. Έπειτα, η κοίτη του διαπλατύνεται και συμβάλει με τον Λαδοπόταμο, δηλαδή τον βόρειο κλάδο που κατέρχεται από τη Βίγλα Φλώρινας. Κοντά στο Άργος Ορεστικό δέχεται τα νερά του Στραβοπόταμου που πηγάζει στα Όντρια και αργότερα το ρέμα Γκιόλε που μεταφέρει με φυσική ροή τα πλεονάζοντα ύδατα της λίμνης Ορεστιάδας. Τέλος, συμβάλει με τους ποταμούς Βέλος και Πόρο και συνεχίζει στις περιοχές της Κοζάνης, των Γρεβενών και της Ημαθίας, ώσπου εκβάλει στον Θερμαϊκό Κόλπο.

Ο μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας είναι ο Αλιάκμονας (297 χλμ.) που πηγάζει από την κορυφή του Γράμμου και εκβάλλει στον Θερμαϊκό Κόλπο. Από την παλιά γέφυρα έξω από το Άργος Ορεστικό σώζονται σήμερα μόνο δύο τόξα, ενώ μέχρι τον 20ο αι. αποτελούσε τη μακρύτερη τοξωτή γέφυρα της Μακεδονίας με έξι τόξα και μήκος πάνω από 90 μ.

Από τα πρoϊστορικά χρόνια ο Αλιάκμονας είχε τεράστια σημασία για την ύδρευση και την άρδευση των περιοχών απ’ όπου διερχόταν. Ο Ησίοδος μιλά για τον ποτάμιο Θεό Αλιάκμονα, ενώ το ποτάμι αναφέρουν οι Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Στράβωνας, Τίτος Λίβιος, Πλίνιος και Πλούταρχος. Στη σύγχρονη εποχή, για την περαιτέρω αξιοποίηση της αρδευτικής του ικανότητας και την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας έχουν κατασκευαστεί τα φράγματα Ιλαρίωνα, Πολυφύτου, Σφηκιάς, Ασωμάτων, Μακροχωρίου και η μεταρρυθμιστική τεχνητή λίμνη της Αγίας Βαρβάρας. Στην περιοχή της Καστοριάς έχουν ολοκληρωθεί τα μικρά αρδευτικά φράγματα του Βράχου και του Γέρμα, ενώ βρίσκονται σε φάση μελέτης ή κατασκευής αυτά του Νεστορίου, του Αγίου Αντωνίου και του Μελά, όλα σε παραποτάμους που καταλήγουν στον Αλιάκμονα. Πέρα από τη μεγάλη αρδευτική του ικανότητα, ο Αλιάκμονας υδρεύει την πόλη της Θεσσαλονίκης και έχει μεγάλη περιβαλλοντική σημασία.

Ο εντυπωσιακός καταρράκτης στο χωριό Πετροπουλάκι.
Το μικρό ρέμα χύνεται στον Στραβοπόταμο, ενός παραποτάμου που συναντά τον κύριο κλάδο του Αλιάκμονα κοντά στο Άργος Ορεστικό.
                Ο Σαραντάπορος είναι ο δεύτερος μεγάλος ποταμός της περιοχής, που πηγάζει από την κορυφή Σούφλικας του Γράμμου. Δημιουργεί μια βαθιά κοιλάδα ανάμεσα στον Γράμμο, το Βόιο και τον Σμόλικα στις Περιφερειακές Ενότητες Καστοριάς και Ιωαννίνων. Μετά από μια διαδρομή 50 περίπου χλμ. μήκος και 1100 μ. υψομετρικής διαφοράς εκβάλλει στον Αώο ποταμό, ακριβώς πάνω στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η λεκάνη απορροής του έχει έκταση 870 τετρ. χιλ. και η μέση ετήσια παροχή του ανέρχεται σε 6.93 κ. μ. / δευτ., ενώ κύριοι παραπόταμοί του είναι τα ρέματα Κυψελιώτικο, Ζουζουλιώτικο, Ντιβόϊκα, Πιστίλιαπης, Γοργοπόταμος, Βουρκοπόταμος και Σμίξη.
Ο ποταμός Λαδοπόταμος (Βίστριτσα, Λιβαδοπόταμος ή Ζελοβίτης) αποτελεί τον έναν από τους δύο κύριους κλάδους που τροφοδοτούν το ανώτερο τμήμα του Αλιάκμονα. Πηγάζει από τη Βίγλα Πισοδερίου ανάμεσα από τα όρη Βέρνο και Βαρνούντα και ρέει στη διεύθυνση βορρά νότου, συναντώντας τον νότιο κλάδο του Αλιάκμονα στα δυτικά της Καστοριάς. Διανύει συνολική απόσταση 50 χιλ. και οι πηγές με την εκβολή του έχουν 1200 μ. υψομετρική διαφορά. Η λεκάνη απορροής του έχει έκταση 634 τετρ. χλμ. και περιλαμβάνει ουσιαστικά ολόκληρη την κοιλάδα Κορεστίων, που σχηματίζεται μεταξύ των βουνών Βέρνο, Τρικλάριο και Βαρνούντας. Βασικοί παραπόταμοί του είναι τα ρέματα Κρυσταλλοπηγής, Μακροχωρίου και ο Βροχοπόταμος (Κορέ). Στην περιοχή της Κορομηλιάς σχηματίζει ένα εντυπωσιακό φαράγγι, όπου υπάρχουν δύο πέτρινα τοξωτά γεφύρια.

Τα μεγαλύτερα ποτάμια και οι λίμνες στην Περιφερειακή Ενότητα Καστοριάς.


Δείτε ακόμη




Χλωρίδα - Πανίδα
                Στην περιοχή της Καστοριάς περιλαμβάνονται ζώνες σημαντικής περιβαλλοντικής αξίας, που προστατεύονται από τη διεθνή και την ελληνική νομοθεσία. Αρχικά, η λίμνη Ορεστιάδα ανακηρύχθηκε το 1974 ως τόπος εξαίρετου φυσικού κάλλους από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ προστατεύεται και από τις Συμβάσεις της Βέρνης και της Βόννης (1979) για τη διατήρηση της άγριας ζωής, όπως και από και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 79/409/ΕΟΚ για τα άγρια πτηνά. Στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας NATURA 2000 περιλαμβάνεται μεγάλο τμήμα του Γράμμου και των Αρρένων, του Βιτσίου και η άμεση ζώνη γύρω από τη λίμνη. Ακόμη, το μικτό δάσος του Γράμμου στη θέση Μπαρούγκα έχει κηρυχθεί ως Μνημείο της Φύσης, όπως και ο μεμονωμένος πλάτανος 900 ετών στον προαύλιο χώρο της Μονής Μαυριώτισσας. Το δάσος της Μπαρούγκας έχει καθοριστεί επίσης ως Βιογενετικό Απόθεμα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, λόγω της εξέχουσας σημασίας του. Διάφορες ακόμη περιοχές έχουν μετέπειτα ενταχθεί στους βιότοπους Corine (Κορυφές Βιτσίου, Λαδοπόταμος, Μάλι-Μάδι, Κορυφές Άσκιου, Γράμμος και Δυτικές Πλαγιές Βοΐου) τους Τόπους Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (Κορέστια, Φαράγγι Κορομηλιάς, Χερσόνησος και Λίμνη Καστοριάς, Όχθες Νεστορίου, Περιοχή Πεύκου, Υψώματα Επταχωρίου) και τα Καταφύγια Άγριας Ζωής (Λάπανα Βιτσίου, Λίμνη καστοριάς και όρος Αγία Τριάδα, Περιοχή Οντρίων, Περιοχή Νεστορίου, Φαράγγι Καταφίκι, Περιοχή Αρρένων, Υψώματα Επταχωρίου).

Κάποια από τα είδη πανίδας που ζουν στην περιοχή της Καστοριάς.

Οι ορεινοί όγκοι της Καστοριάς παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό δασοκάλυψης, με εξαίρεση το Μάλι-Μάδι, που είναι γυμνό κατά κύριο λόγο. Ιδιαίτερα ο Γράμμος, παρουσιάζει ποικιλόμορφη χλωρίδα, καθώς στα χαμηλότερα υψόμετρα σκεπάζεται από δρυς, σκλήθρα, γάβρους και σφενδάμια, στα υψηλότερα με οξυές, έλατα και μαύρη πεύκη, ενώ κοντά στις κορυφές υπάρχουν εντυπωσιακά αλπικά λιβάδια με ορχειδοειδή λουλούδια. Μοναδικά επίσης είναι τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά που φυτρώνουν στις πλαγιές του (τσάι, σαλέπια, θυμάρι), τα μανιτάρια και οι σπάνιες σαρκοφάγες πόες. Το όρος Βίτσι καλύπτεται κυρίως από δρυς, οξυές και θάμνους, ενώ τα αλπικά χορτολίβαδα κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους σε μεγάλα υψόμετρα. Κορυφαία θεωρούνται τα μανιτάρια του βουνού (κυρίως βωλίτες), όπως και οι σπανιότερες αγριοφράουλες, τα βατόμουρα και τα κράνα. Συνεχίζοντας, στο Βόιο εκτός από τις δρυς και τις οξυές κυριαρχούν οι μεγαλοπρεπείς καστανιές, που έχουν δώσει και την ονομασία Καστανοχώρια στους οικισμούς του βουνού. Παραμυθένιο τέλος μοιάζει επίσης το παραλίμνιο δάσος της λίμνης Ορεστιάδα με τα αιωνόβια πλατάνια, τις λεύκες, τις ιτιές και τα σκλήθρα, δίπλα στους ατμοσφαιρικούς καλαμώνες. Ενδημικά και σπάνια θεωρούνται μερικά είδη κρίνων, αγράμπελης, θάμνων και υδρόβιων φυτών.

Μερικά είδη χλωρίδας από την Καστοριά.



Δείτε ακόμη

2 σχόλια:

  1. Πάρα πολύ καλός ο νέος τουριστικός οδηγός. Είναι κάτι που λείπει από την Καστοριά. Εύχομαι καλή συνέχεια.
    Δημήτρης Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top