Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Οι πρόσφυγες στην Καστοριά (μέρος 2ο) : Η αποκατάσταση

     
Αναμνηστική φωτογραφία προσφύγων
που εγκαταστάθηκαν στο Άργος Ορεστικό (1928)
    Η εισροή πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν ένα ξένο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα, όσον αφορά τον όγκο των προσφύγων και το μικρό χρονικό διάστημα στο οποίο συντελέστηκε. Το Ελληνικό Κράτος, που μόλις είχε εξέλθει από έναν χαμένο πόλεμο και βρέθηκε μπρος σε τετελεσμένα γεγονότα, έπρεπε ταχύτατα να πάρει αποφάσεις και να χτίσει έναν πρωτοφανή μηχανισμό για τη μεταφορά, την υποδοχή, την εγκατάσταση και την στήριξη των αναξιοπαθούντων Μικρασιατών. Η αναδιοργανωμένη στρατιά του Έβρου είχε δώσει ένα κρίσιμο ατού και η διπλωματικά απομονωμένη χώρα κατάφερε να συνάψει μια επαχθή αλλά όχι εξοντωτική ανακωχή[1]. Αφού αποσοβήθηκε η περαιτέρω τουρκική απειλή, η προσοχή στράφηκε στην αποκατάσταση των προσφύγων. Αντίστοιχα, η ελληνική κοινωνία κλήθηκε να ξεπεράσει αλματωδώς τα συντρίμμια της καταστροφής και τους νεκρούς των μαχών, την ηθική κατάπτωση και τις οξύτατες πολιτικές ακρότητες της εποχής. Σίγουρο είναι ότι δεν ήταν έτοιμη για την αποδοχή και ενσωμάτωση μιας τόσο πολυπληθούς μάζας, εξετάζοντας όλες τις παραμέτρους, από την καθαρά κοινωνιολογική έως τη δημοσιονομική.
Ο πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος, ο πρώτος
πρόεδρος της ΕΑΠ H. Morgenthau και
ο Υπουργός Υγείας, Προνοίας και Αντιλήψεως
Α. Δοξιάδης μαζί με ορφανά
προσφυγόπουλα στο Ζάππειο (Φεβ 1924)
     Από τις πρώτες κινήσεις των εφήμερων κυβερνήσεων στα τέλη του 1922 ήταν η ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων, που αποτέλεσε τον πρώτο φορέα στήριξης των προσφύγων και λειτούργησε μέχρι το 1925. Αρχικά, με πόρους από εσωτερικά δάνεια έγινε προσπάθεια κατασκευής στοιχειωδών καταλυμάτων σε προσφυγουπόλεις, υγειονομικής - προνοιακής περίθαλψης και σιτισμού. Σύντομα όμως αναζητήθηκε η συνδρομή της Κοινωνίας των Εθνών (ΚΤΕ) και ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων. Ιδρύεται το 1923 η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ)  υπό την εποπτεία της ΚΤΕ και τίθενται υπό την δικαιοδοσία της ο Εποικισμός, οι ανταλλάξιμες μουσουλμανικές εκτάσεις και τα τρία εξωτερικά δάνεια που σύναψε το Ελληνικό Κράτος τη δεκαετία του ’20. Ως πρόεδρός της, μέχρι το 1930 που λειτούργησε, τοποθετούνταν κάποιος αμερικανός αξιωματούχος από την ΚΤΕ και συνεπικουρούνταν από μέλη διορισμένα από την ελληνική κυβέρνηση. Η ΕΑΠ στα έξι περίπου χρόνια της δραστηριότητάς της αποκατέστησε περίπου 145000 οικογένειες αγροτών και 125000 οικογενειών αστών προσφύγων. Κύρια προτεραιότητα είχε δοθεί στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή κτημάτων για τους αγρότες και οικιών για αμφότερους αγρότες και αστούς. Για να επιτευχθεί αυτό καταμετρήθηκε το σύνολο των ανταλλάξιμων περιουσιών, ανοικοδομήθηκαν χιλιάδες νέοι συνοικισμοί φθηνών κατοικιών και δόθηκαν χρήματα ή δάνεια με ευνοϊκούς όρους[2]. Ειδικότερα, για την τόνωση της αγροτικής παραγωγής διανεμήθηκαν επιπλέον πολλά μη ανταλλάξιμα κτήματα που ανήκαν στο δημόσιο ή προερχόταν από απαλλοτριώσεις, αποξηράνθηκαν και έγιναν αρδεύσιμες τεράστιες εκτάσεις γης κυρίως σε Μακεδονία και Θράκη, ενώ δημιουργήθηκαν πρότυπα γεωργικά φυτώρια και κτηνοτροφικές μονάδες[3]. Τέλος, την προνοιακή και υγειονομική μέριμνα των προσφύγων δεν ανέλαβε η ΕΑΠ, αλλά οι διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις της Δύσης[4] και το Υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως.


Τα μέτρα υπέρ των προσφύγων στην Καστοριά
     Η μεγάλη πλειοψηφία των προσφύγων που έφθασαν στην Καστοριά είχε αγροτική προέλευση και έτσι εγκαταστάθηκε στους πρώην μουσουλμανικούς αγροτικούς οικισμούς. Ως αστούς μπορούμε να θεωρήσουμε μονάχα ένα ποσοστό που εγκαταστάθηκε μέσα στην πόλη της Καστοριάς και το Άργος Ορεστικό. Οι καταβολές αυτές ήταν και ένας από τους βασικότερους παράγοντες που έκριναν την χωροθέτησή τους, όταν ο Εποικισμός πήρε οργανωμένη μορφή. Δηλαδή η οικονομική εξασφάλιση και γενικότερα η επιτυχία της αποκατάστασης ήταν άμεση απόρροια της προσαρμογής των προσφύγων στον νέο τόπο. Έτσι, κάθε παραγωγική ομάδα κατέληγε σε τόπο που θα μπορούσε να συνεχίσει την επαγγελματική δραστηριότητα που είχε μέχρι πρότινος, ώστε να βιοποριστεί όσο το δυνατόν ταχύτερα. Άλλοι βασικοί παράγοντες προσαρμογής ήταν η ομαδική εγκατάσταση προσφύγων που κατάγονταν από τον ίδιο οικισμό ή είχαν συγγενικούς δεσμούς και ακόμη η ομοιότητα των γεωγραφικών χαρακτηριστικών μιας περιοχής με την παλιά πατρίδα. Αυτές οι επιταγές ακολουθήθηκαν σε γενικές γραμμές και στην Καστοριά, όπου οι γεωργοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στις εκτεταμένες καλλιεργήσιμες ζώνες κατά μήκος του Αλιάκμονα και των παραποτάμων του, οι κτηνοτρόφοι σε μεγαλύτερο υψόμετρο στους πρόποδες και τις πλαγιές βουνών, οι αλιείς γύρω από τη λίμνη, ενώ οι έμποροι, βιοτέχνες ή επιστήμονες μέσα στην πόλη και το Άργος Ορεστικό.
Ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα προσφυγικά
σπίτια της πόλης σήμερα.
     Το Γραφείο Εποικισμού Καστοριάς της ΕΑΠ, που υπαγόταν στη Διεύθυνση Εποικισμού Δυτ. Μακεδονίας, αποτέλεσε ένα από τα 17 αντίστοιχα γραφεία σε όλη τη Μακεδονία και τέθηκε αρμόδιο για την αποκατάσταση των προσφύγων στην επαρχία. Αρχικά, περιλάμβανε έξι περιφερειακές επιστασίες (Καστοριά, Άργος Ορεστικό, Κορησός, Πεντάβρυσος, Μεσοποταμία, Χιονάτο), οι οποίες συγχωνεύθηκαν το 1925 σε τρεις[5]. Στεγαζόταν σε τούρκικο ανταλλάξιμο οίκημα της πόλης και χρησιμοποιούσε ως αποθήκη τροφίμων το Κουλέ Τζαμί[6], ενώ διευθυντές του ήταν αρχικά ο Ι. Νομίδης και έπειτα Γ. Τομαράς, αμφότεροι γεωπόνοι. Πρωταρχικό μέλημά του η εξεύρεση κατοικίας στους πρόσφυγες κυρίως με την επισκευή των πρώην μουσουλμανικών σπιτιών. Στην περιοχή η ΕΑΠ επισκεύασε 1613 οικίες, από τις οποίες οι 85 εντός της πόλης[7]. Νέοι προσφυγικοί συνοικισμοί ανοικοδομήθηκαν μονάχα μέσα στην πόλη και το χωριό Φωτεινή, που παροδικά πήρε την ονομασία Ν. Νικομήδεια[8]. Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς δημιουργήθηκε στον λόφο του Βαροσιού, στα δυτικά περίχωρα της πόλης, και πήρε το όνομα Καλλιθέα λόγω  της πανοραμικής θέας της τοποθεσίας που οφείλεται στο έντονο ανάγλυφο. Περιλάμβανε 16 μονοκατοικίες και 10 διπλοκατοικίες που κτίστηκαν το διάστημα 1930-32 και διατάχθηκαν σε ορθογωνικό κάναβο κατά μήκος της πλαγιάς[9] [10].



     
Σε πρώτο πλάνο τα νεόδμητα σπίτια του προσφυγικού συνοικισμού της Καλλιθέας Καστοριάς








        














         Περισσότερο περίπλοκη από την εξασφάλιση οικίας αποδείχθηκε η διανομή γεωργικών κλήρων στους πρόσφυγες. Η καταμέτρηση των ανταλλάξιμων και απαλλοτριωθέντων γαιών ήταν μια αρκετά χρονοβόρα διαδικασία που διήρκεσε μερικά έτη, ενώ βασικό πρόβλημα ήταν οι διαμάχες για το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Εκτάσεις άρχισαν να παραχωρούνται στους πρόσφυγες ήδη από το 1924[11], είτε χωρίς είτε με προσωρινούς τίτλους ιδιοκτησίας. Η οριστική διανομή στην Επαρχία Καστοριάς ολοκληρώθηκε το διάστημα 1928-1936 και αφορούσε οικόπεδα έκτασης 4325 στρεμμάτων και γαίες έκτασης 96808 στρεμμάτων[12]. Ο κλήρος που έπαιρνε κάποια προσφυγική οικογένεια ορίστηκε για το Νομό Φλώρινας (όπου ανήκε και η Καστοριά) στα 30 στρέμματα, ενώ οι πολυμελείς οικογένειες λάμβαναν 1,5 κληροτεμάχια[13]. Παράλληλα, διανεμήθηκαν εργαλεία, σπόροι σιτηρών, λιπάσματα, δενδρύλλια και διανοίχθηκαν ορισμένα αρτεσιανά φρέατα για την άρδευση των καλλιεργιών. Για την περαιτέρω τόνωση της γεωργικής παραγωγής ιδρύεται πρότυπο δενδροκομείο σε παραλίμνια έκταση βόρεια της πόλης που προμήθευε δωρεάν τους καλλιεργητές με δενδρύλλια[14]. Έτσι, για πρώτη φορά στην περιοχή της Καστοριάς παρατηρείται μαζική εισαγωγή νέων και περισσότερο παραγωγικών καλλιεργιών, όπως οπωροφόρα, άμπελοι και καπνά, με στόχο την βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος. Το Άργος Ορεστικό σύντομα μετατρέπεται στο γεωργικό κέντρο και έδρα των συνεταιρισμών όλης της επαρχίας, όπου κυρίαρχη θέση έχει η καπνοφυτεία σε συνδυασμό φυσικά με την ιδιαίτερη ανάπτυξη της ταπητουργίας[15]. Τα μέτρα υπέρ των προσφύγων κτηνοτρόφων και αλιέων περιλάμβαναν διανομή ζώων, βοσκοτόπων και τον εμπλουτισμό της λίμνης με αρκετές ποικιλίες ψαριών.       
Ο Γεωργικός Σταθμός Φλώρινας που λειτούργησε ως φυτώριο
νέων καλλιεργιών
  Βασικό πρόβλημα των προσφυγικών οικισμών, ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα της επαρχίας, ήταν η έλλειψη στοιχειωδών υποδομών, που θα υποστήριζαν τις νέες εγκαταστάσεις. Το θέμα της ύδρευσης και της άρδευσης φαίνεται να κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στις ανάγκες των κατοίκων, αποτελώντας συνάμα ένα από τα περισσότερο χρονίζοντα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Για αρκετά χρόνια οι οικισμοί υδροδοτούνταν αποκλειστικά από παλιά πηγάδια ή πηγές, που βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τις οικίες. Ιδιαίτερα προβλήματα με την παντελή έλλειψη πόσιμου νερού τα πρώτα χρόνια είχαν τα χωριά Μεσοποταμία, Χιλιόδεντρο, Πεντάβρυσος, Μελάνθιο, Πτεριά και Φωτεινή[16]. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και ο συνοικισμός της Καλλιθέας στην Καστοριά υδροδοτήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, παρόλο που το δικτύο στην υπόλοιπη πόλη κατασκευάστηκε στις αρχές αυτής του ’30. Υδραγωγεία και δημόσιες κρήνες εντός των οικισμών άργησαν να εμφανιστούν, ενώ τα οικιακά δίκτυα ολοκληρώθηκαν μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του ’60, του ’70, ακόμη και του ’80. Παρόμοια προβλήματα υπήρχαν και με την άρδευση, καθώς τα λιγοστά αρτεσιανά φρέατα δεν επαρκούσαν και το πότισμα γινόταν κυρίως από μικρά ρέματα που είχαν περιορισμένη ροή το καλοκαίρι. Ακόμη, στους πρώην αμιγείς μουσουλμανικούς οικισμούς ήταν ιδιαίτερα εμφανής τα πρώτα χρόνια η έλλειψη σχολικών και λατρευτικών κτισμάτων, όπως εκκλησίες και χριστιανικά νεκροταφεία. Αρχικά, οικίες και παλιά βακουφικά κτίσματα μετατράπηκαν σε σχολεία, ενώ συν τω χρόνω ιδρύθηκαν νέα και άλλα υπάρχοντα στελεχώθηκαν με περισσότερους δασκάλους[17].  Μερικά τζαμιά επισκευάστηκαν και μετατράπηκαν σε εκκλησίες, όπως στο Άργος Ορεστικό[18], ενώ τα περισσότερα κατεδαφίστηκαν. Τέλος, πολύ μεγάλα προβλήματα υπήρχαν σε θέματα επικοινωνίας και συγκοινωνιών, ιδιαίτερα των περισσότερο απομακρυσμένων χωριών, προσφυγικών και ντόπιων. Σημαίνουσα σημασία τη δεκαετία του ’20 απέκτησε η κατασκευή γεφυρών σε αδιάβατα ποτάμια, όμως η οριστική επίλυση με αποκαταστάσεις και διανοίξεις δρόμων επήλθε αρκετά έτη αργότερα.    
Ποντιακό γλέντι των προσφύγων της Οινόης Καστοριάς.
           Στον τομέα της υγείας και της πρόνοιας ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν οι διεθνείς φιλανθρωπικές οργανώσεις, που απέστειλαν τρόφιμα, φάρμακα και είδη ρουχισμού. Στην Καστοριά δραστηριοποιήθηκαν η βρετανική Saving famine, η American Near East Relief και ο αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός[19]. Το Ταμείο Περίθαλψης Προσφύγων είχε δημιουργήσει και εδώ τοπική επιτροπή, που διενεργούσε εράνους για τους πρόσφυγες και διένειμε είδη πρώτης ανάγκης. Ακόμη, η  υγειονομική περίθαλψη των προσφύγων περιλάμβανε πλημμελή μέτρα, όπως τον διορισμό ιδιωτών ιατρών και την ίδρυση προσφυγικών αγροτικών ιατρείων σε ακατάλληλα κτίσματα. Τέτοια, υπήρχαν στο Άργος Ορεστικό, τη Μεσοποταμία και την Κορησό[20]. Η ελλιπής διατροφή, οι κακουχίες και η εγκατάσταση σε περιοχές που γειτνίαζαν με έλη προκάλεσαν πανελλαδικά ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων ελονοσίας μεταξύ των προσφύγων. Η αντιμετώπιση της, που γινόταν κυρίως μέσω της προμήθειας κινίνης και της αποξήρανσης των ελών, δεν επαρκούσε και η ασθένεια πήρε τη μορφή μάστιγας με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας[21]. Γεγονός πάντως είναι ότι η περιοχή της Καστοριάς κατείχε το χαμηλότερο ποσοστό νοσηρότητας στη Μακεδονία[22]. Αυτό οφείλεται μάλλον στο ψυχρότερο κλίμα και τις περιορισμένες ελώδεις εκτάσεις στην επαρχία. Τέτοιες υπήρχαν εδώ μόνο στις όχθες της λίμνης και στη συμβολή των δύο κλάδων του Αλιάκμονα, γύρω από τα χωριά Μανιάκοι, Ποριά, Χιλιόδεντρο, Μεσοποταμία, Κολοκυνθού και Λεύκη. Το θέμα λύθηκε σχεδόν οριστικά με την τεχνητή υποβάθμιση της λίμνης το 1932 και την αποξήρανση των παραλίμνιων ελών, όπως αυτό του Χασάν Κατή μέσα στην πόλη, όπου βρίσκεται το σημερινό εκτεταμένο πάρκο.
     Όσον αφορά την πλήρη οικονομική αποζημίωση των προσφύγων, αυτή αποτέλεσε το πλέον χρονίζον ζήτημα που ταλάνισε για αρκετά χρόνια το μεσοπολεμικό Ελληνικό Κράτος. Κάθε πρόσφυγας νομικά δικαιούνταν αποζημίωση ίση με την περιουσία που άφησε στην Τουρκία, όμως η δυσκολία υπολογισμού των εκεί περιουσιών καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη και αμφίβολη την πραγματοποίηση του μέτρου αυτού. Στην Επαρχία Καστοριάς υποβλήθηκαν 2879 αιτήσεις αποζημίωσης στο τοπικό Γραφείο Εποικισμού[23]. Σε κάθε οικογένεια παραχωρήθηκαν από την ΕΑΠ τα προαναφερθέντα ακίνητα και κινητά αγαθά, ενώ δόθηκαν και δάνεια με ευνοϊκούς όρους. Το ισοζύγιο των αρχικών αυτών παροχών με το συνολικό ύψος της αποζημίωσης που έπρεπε να δοθεί έκρινε ποιος είναι ο τελικός οφειλέτης. Αν αυτός ήταν ο πρόσφυγας, τότε θεσπίστηκαν μέτρα για την αποπληρωμή σε βάθος χρόνου. Αν αυτός ήταν το Κράτος, τότε δίνονταν στους δικαιούχους είτε ομολογίες της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος είτε σπανιότερα μετρητά. Το Κράτος για να ανταπεξέλθει σύναψε εξωτερικά δάνεια και εκμεταλλεύτηκε (πώλησε σε δημοπρασίες ή μίσθωσε) τα εναπομείναντα ακίνητα που του ανήκαν μετά τις παραχωρήσεις. Στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Καστοριάς περιήλθαν 692 τέτοια ανταλλάξιμα ακίνητα προς εκποίηση[24].     


Συγκρουσιακό περιβάλλον
     Η εφαρμογή όλων των προαναφερόμενων μέτρων φυσικά δεν ήταν πολλές φορές η βέλτιστη, καθώς παρουσιάζονταν συχνά φαινόμενα διαμαρτυρίας λόγω διαβλητών διαδικασιών και καταγγελιών για αρμόδια όργανα του Εποικισμού. Η έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού μεταξύ των εμπλεκομένων υπηρεσιών δημιουργούσε προβλήματα στην ικανοποίηση των προσφυγικών αναγκών. Διαμαρτυρίες εμφανίζονται συχνά στον τοπικό τύπο και αφορούν τη δυσμενή νέα εγκατάσταση, την έλλειψη υποδομών στους προσφυγικούς οικισμούς,  την καθυστερημένη ή πλημμελή βοήθεια, τη μεροληπτική ή εριστική συμπεριφορά ορισμένων υπαλλήλων και κυρίως τις παράτυπες αγοραπωλησίες κτημάτων και ζώων[25].  Οι πρόσφυγες κατά περίσταση μετατρεπόταν (όχι σπάνια) σε έρμαια των αρμοδίων οργάνων, των καπνεμπόρων, των μεσολαβητών, των δανειοδοτών, των τοπικών πολιτευόμενων, ακόμη και άλλων προσφύγων. Πιο περιορισμένα είναι τα φαινόμενα εγκατάλειψης των δοθέντων περιουσιών και η μετεγκατάσταση αλλού. Τέτοιες διαρροές παρατηρήθηκαν κυρίως σε μερικά ορεινά και απομακρυσμένα χωριά, όπως η Ομορφοκκλησιά, όπου η κατάσταση ήταν πιο πιεστική. Τέλος, μια ακόμη σημαντική τροχοπέδη τα πρώτα χρόνια στην προσαρμογή και την οικονομική ανέλιξη των προσφύγων ήταν τα ακραία κλιματολογικά φαινόμενα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και τις αρχές αυτής του ’30 έκαναν την εμφάνισή τους στη Μακεδονία μια σειρά από συνεχόμενες χρονιές ξηρασίας μαζί με επιδρομές ακρίδων που αφάνισαν τις σοδειές, ενώ όπου υπήρχαν έλη τα μολυσμένα κουνούπια εξάπλωναν τον λοιμό της ελονοσίας.
Η Καστοριά το 1937. Στο δεξί κάτω μέρος διακρίνεται
το πρόσφατα αποξηραμένο έλος Χασάν Κατή
και δεξιότερα τα παραλίμνια μποστάνια των κατοίκων.  
     Παραπάνω αναφέρθηκε ονομαστικά το πρόβλημα των αντιδικιών για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της αγροτικής γης, θέμα που χρήζει μια περαιτέρω ανάλυση. Κατά την Οθωμανοκρατία τα κτήματα της περιοχής ήταν κατετμημένα σε μεγάλα τσιφλίκια που ανήκαν σε εύπορους μπέηδες τούρκικης ή τουρκοαλβανικής καταγωγής, ενώ οι χριστιανοί εργάζονταν έναντι πενιχρών αμοιβών ως εργάτες σε αυτούς[26]. Η έννοια της μικρής ιδιοκτησίας γης σχεδόν εξέλιπε και περιοριζόταν ίσως σε μικρούς αμπελώνες ή μποστάνια μέσα ή στα όρια των οικισμών[27]. Μετά την απελευθέρωση, μια από τις βασικότερες υποσχέσεις κυρίως των βενιζελικών κυβερνήσεων ήταν η ανακατανομή της γης σε μικροϊδιοκτήτες με τη λεγόμενη ‘’αγροτική μεταρρύθμιση’’. Οι εξαγγελίες αυτές άργησαν να πραγματοποιηθούν και προχώρησαν μόνο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην περιοχή της Καστοριάς διαμορφώθηκε μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μια κατάσταση που την καθιστούσε δυσχερή αυτή την αναδιανομή της γης. Από τη μια, υπήρχαν αρκετοί γηγενείς κάτοικοι που μέχρι πρότινος ήταν ακτήμονες εργάτες και πάγιο αίτημά τους ήταν η απόκτηση γης. Από την άλλη, εγκαταστάθηκαν χιλιάδες νέοι μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν χάσει τις περιουσίες τους στην Τουρκία και περίμεναν δικαίως την αποκατάστασή τους στην Ελλάδα. Οι διαθέσιμες καλλιεργίσιμες εκτάσεις ήταν περιορισμένες στην ορεινή επαρχία και η εξασφάλιση των αναγκαίων κάθε αγροτικής οικογένειας ήταν δύσκολη. Η διανομή της πρώην οθωμανικής γης στους πρόσφυγες έκανε εντονότερα τα αιτήματα των πρώτων, με αποτέλεσμα να προχωρήσει σχεδόν παράλληλα η αγροτική αποκατάσταση και των δύο. Έτσι, μαζί με τους προσφυγικούς έγινε αναδιανομή γαιών και στους γηγενείς οικισμούς[28]. Παράλληλα, ορισμένες παράνομες πωλήσεις κτημάτων που είχαν προηγηθεί από τους αναχωρούντες μουσουλμάνους στους ντόπιους, προκάλεσαν αρκετά προβλήματα στο έργο της ΕΑΠ. Δεν είναι λίγες οι φορές που πρόσφυγες κατηγορούν γηγενείς για οικειοποίηση ανταλλάξιμων κτημάτων, όπως αντίστοιχες διαμαρτυρίες γηγενών για την απαλλοτρίωση εκτάσεων που είχαν αγοράσει στο παρελθόν. 
Συχνά ήταν τα αποσπάσματα στην τοπική
μεσοπολεμική εφημερίδα σχετικά με συμπλοκές
γηγενών και προσφύγων.
     Η ανάγκη επιβίωσης αυτών των δύο ευπαθών ομάδων δημιούργησε αναπόφευκτα μια σκληρή αντιπαράθεση που διήρκεσε δεκαετίες και εκδηλώθηκε με κοινωνικούς και εθνολογικούς διαχωρισμούς, πολιτικές προτιμήσεις, ακόμα και βίαιες συμπλοκές. Για αρκετά χρόνια, γηγενείς και πρόσφυγες δεν είχαν ιδιαίτερες συναναστροφές μεταξύ τους και υπήρχε καχυποψία στις μεταξύ τους σχέσεις, παρά τις προσπάθειες της ΕΑΠ και τις συστάσεις της τοπικής εφημερίδας[29]. Το πρόβλημα εμφανιζόταν έντονο στους μικτούς οικισμούς, όπου ήταν άμεσα διακριτές οι διαφορές στη γλώσσα, τα ήθη και τις συνήθειες, ενώ πολλές φορές οδηγούσε στην δημιουργία ενός ιδιότυπου ‘’προσφυγικού γκέτο’’[30]. Στην προσπάθεια να επιτευχθεί ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από την πολιτεία, μέλη των δύο ομάδων αναλώθηκαν σε ένα ‘’ράλι’’ απόδειξης της ‘’ελληνικότητάς’’ τους με αμφότερες κατηγορίες εναντίον των άλλων. Το χάσμα δείχνει να μεγαλώνει μεταξύ της μερίδας των γηγενών που ήταν σλαβόφωνοι και αυτής των προσφύγων που ήταν αποκλειστικά τουρκόφωνοι[31]. Επίσης, η σκόπιμη ανάγκη αντιπαράθεσης, η πολιτική παράδοση και οι καιροσκοπικές προσπάθειες ορισμένων μεσοπολεμικών βουλευτών οδήγησαν στη διακριτή πολιτική ψήφο των δύο ομάδων. Σε γενικές γραμμές, οι γηγενείς ψήφιζαν το Λαϊκό Κόμμα ή το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων, ενώ οι πρόσφυγες είχαν ταυτισθεί μαζικά με την βενιζελική παράταξη[32].  Τέλος, αρκετές είναι οι αναφορές για αιματηρές συμπλοκές μεταξύ προσφύγων και γηγενών λόγω καταπάτησης κτημάτων[33]. Πολλοί θεωρούσαν αδικημένους εαυτούς και οδηγούνταν σε ακραίες εκφράσεις της αγανάκτησής τους. Το κλίμα σε ορισμένους οικισμούς, όπου συνήθως υπήρχε στενότητα γης, ήταν ιδιαίτερα τεταμένο και συχνά επενέβαινε η αστυνομία και η δικαιοσύνη. Μάλιστα, συμπλοκές διεξήχθησαν ακόμη και μεταξύ προσφύγων που είχαν διαφορετική καταγωγή από τόπους της Μικράς Ασίας[34].   
    

Κοινωνική συμβολή και ένταξη των προσφύγων
     Η εγκατάσταση των μικρασιατών προσφύγων στην περιοχή της Καστοριάς προκάλεσε πολύπλευρες επιπτώσεις στην μελλοντική εξέλιξη της τοπικής κοινωνίας, αν και  αποτελούσαν ένα αρκετά μειοψηφικό, πλην δραστήριο, κομμάτι της. Αρχικά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την συνοδευόμενη απομάκρυνση των γηγενών μουσουλμάνων, μεταβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό το εθνολογικό ‘’ισοζύγιο’’ (αν θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι) των πληθυσμών της επαρχίας. Με εξαίρεση τους Εβραίους εντός της πόλης, η περιοχή κατοικούνταν πλέον από χριστιανικούς πληθυσμούς και αυτό αντικατοπτρίστηκε άμεσα στην εικόνα των οικισμών με την εξάλειψη των πρώην οθωμανικών κτισμάτων. Η τουρκόφωνη αλλά και η σλαβόφωνη ομιλία σταδιακά περιορίστηκαν τις επόμενες δεκαετίες και παραχώρησαν τη θέση τους στην επικρατούσα ελληνική. Οι μουσουλμανικές συνήθειες και  ήθη λησμονήθηκαν και στη θέση τους εμφανίστηκαν νέα από τη Μικρά Ασία. Οι πρόσφυγες (ακόμη και οι αποκλειστικά τουρκόφωνοι) διατηρούσαν μια παγιωμένη ελληνική συνείδηση που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στα δραματικά γεγονότα της ακόλουθης δεκαετίας του ’40, όπως επίσης και το γεγονός ότι η πλειοψηφία τους τάχθηκε με την εθνικιστική πολιτική μερίδα, τουλάχιστον στην περιοχή[35].
Το Άργος Ορεστικό μετατράπηκε τη δεκαετία
του '30 σε καπνοπαραγωγικό κέντρο.
Εδώ άποψη της κωμόπολης με τα
καπνοχώραφά της, κατά τον Μεσοπόλεμο.
     Η ευρύτατη αυτή αναδιάταξη πληθυσμών ήταν η αφορμή, παρά τις ομολογούμενες αστοχίες, για την αναμόρφωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος γης και την επίλυση μακραίωνων αγροτικών ζητημάτων. Η απόκτηση γης από μικροϊδιοκτήτες οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου ανεξαρτησία και δραστηριοποίηση για τα κοινά. Νέες έννοιες όπως η συλλογικότητα και η προσπάθεια για το κοινό συμφέρον εκφράστηκαν μέσω της εμφάνισης πολλών νέων γεωργικών συνεταιρισμών, σχεδόν σε κάθε οικισμό. Η μεγέθυνση της αγροτικής και της μεταποιητικής παραγωγής προσέφερε οικονομική ώθηση στην τοπική οικονομία[36]. Δυναμικές καλλιέργειες έκαναν για πρώτη φορά μαζικά την εμφάνισή τους στην Καστοριά και εισήχθησαν νέες τεχνογνωσίες. Τέθηκαν κάποιες βάσεις για την περαιτέρω αναβάθμιση της γουνοποιίας και της ταπητουργίας που απέδωσαν έστω και ετεροχρονισμένα επόμενες δεκαετίες λόγω της μεσολάβησης των πολεμικών συρράξεων. Τα εκτεταμένα έργα υποδομής στην επαρχία Καστοριάς κυρίως κατά τη δεκαετία του ‘30, όπως δίκτυα υδροδότησης και άρδευσης, η αποξήρανση των ελών της λίμνης, η διάνοιξη κύριων οδών, η δημιουργία ρυμοτομικού σχεδίου στην πόλη και κτηματολογικών χαρτών στην ύπαιθρο, η συντήρηση υπαρχόντων και ανοικοδόμηση νέων κατοικιών, βελτίωσαν την ποιότητα και το προσδόκιμο ζωής των ντόπιων κατοίκων. Γίνεται αντιληπτό πως η εγκατάσταση των προσφύγων ήταν ένας από τους πιο αποφαστικούς παράγοντες για την εκτέλεση όλων των παραπάνω, λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο ως αφορμή και καταλύτης των μεταρρυθμίσεων.
Μικρασιάτες πρόσφυγες στην πόλη της Καστοριάς
       Παρ΄όλες τις διαφορές γηγενών - προσφύγων, υπήρξαν από την πρώτη στιγμή εκδηλώσεις σύμπνοιας και αλληλοβοήθειας, όπως η διενέργεια εράνων και η παροχή τροφίμων, ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων[37]. Μεταξύ πολλών ντόπιων ήταν έντονο το συναίσθημα κατανόησης για τα ζωτικής σημασίας προβλήματα των νεοφερμένων συντοπιτών τους, ενώ από τη μεριά τους οι πρόσφυγες προσπάθησαν να προσαρμοστούν στα δεδομένα και να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο της νέας τους πατρίδας. Βέβαια, η κατάσταση στην οποία περιήλθε γρήγορα το κοινωνικό σύνολο κατά την Κατοχή και κυρίως τον Εμφύλιο Πόλεμο αποτέλεσε τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα για την προσαρμογή. Η ένταση και η διάρκεια των γεγονότων εμπόδισαν τους μηχανισμούς που αναπτύσσει μια τοπική κοινωνία, ώστε να δεχτεί απόλυτα το καινούριο[38]. Η πραγματική και πλήρης ενσωμάτωση των προσφύγων θα λέγαμε πως ολοκληρώθηκε μεταπολεμικά, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστεί ανεδαφικός και επουσιώδης ο διαχωρισμός μεταξύ των δύο ομάδων. Σε αυτό οδήγησε η βαθμιαία επικράτηση της αντίληψης πως αποτελούν όμοια μέρη ενός συνόλου, είτε με κοινωνικά, είτε με οικονομικά, είτε ακόμη και με εθνολογικά κριτήρια.     

Χάρτης της Επαρχίας Καστοριάς με τις προσφυγικές εγκαταστάσεις και υποδομές (1928)



πηγές εικόνων
αρχείο Α. Παύλου
αρχείο ΕΛΙΑ
αρχείο Μορφωτικού Συλλόγου ''Η Ορεστίς'' Άργους Ορεστικού
H. Morgenthau, I was sent to Athens, Doubleday, Doran & Co, Garden City N.Y, 1929
Σ. Μπουτσιάδου-Καρολίδου, Από την Απολλωνιάδα στην Καστοριά, Σύλλογος    
Απολλωνιαδιτών Καστοριάς / Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καστοριάς, Καστοριά, 2010
Σ. Πελαγίδης, Η Οινόη της Καστοριάς. Ιστορική διαδρομή 1923-1995, Κοινότητα Οινόης
 Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 1996
αρχείο εφημερίδας Καστορία, Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστοριάς
προσωπικό αρχείο


[1]  Βλέπε σχετικά με τις διακρατικές σχέσεις της εποχής:
    Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική μετά τη συνθήκη της Λωζάνης. Η κρίσιμος καμπή, (Ιουλ - Δεκ 1928), Θεσ/νίκη, 1977
    K. Koufa - C. Svolopoulos, The compulsory exchange of populations between Greece and Turkey: The Settlement of Minority Questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its impact on Greek-Turkish Relations στο Paul Smith (ed), Ethnic groups in international relations: Comparative studies on governments and dominant ethnic groups in Europe 1850–1940, vol 5, New York, 1991, σ. 275 - 308
    Σ. Γιωλτζόγλου, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930). Από την αντιπαλότητα στην συνδιαλλαγή, Σταμούλης, Θεσ/νίκη, 2011
[2]  Για τα προσφυγικά δάνεια και χρέη:
     Ξ. Ζολώτας, Αγροτική πολιτική, Τζάκα, Αθήναι, 1934
     Σ. Μακράκης, Τα αγροτικά χρέη και η ρύθμισίς των, Αθήναι, 1936
     Μ. Αλιβιζάτος, Η ρύθμισις των αγροτικών χρεών, Αθήναι, 1938
    Μ. Δρίτσα, Εθνική τράπεζα και πρόσφυγες, Τα Ιστορικά, τομ. Β, τευ. 4 (Δεκ 85), Μέλισσα, Αθήνα, σ. 313-326
       Α. Τούντα-Φεργάδη, Το προσφυγικό δάνειο του 1924, Παρατηρητής, Θεσ/νίκη, 1986
     Α. Τούντα-Φεργάδη, Η Δανειακή Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Η περίπτωση του Δεύτερου Προσφυγικού Δανείου, 1926-1928, Σιδέρης, Αθήνα, 2009
    Ε. Πελαγίδης, Οικονομικές συνιστώσες του προσφυγικού ζητήματος (1923-1930) στο Ι. Κολιόπουλος / Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι πρόσφυγες στη Μακεδονία. Από την τραγωδία στην εποποιία, Μίλητος / ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 81-96
[3]  Ενδεικτικά για τη δραστηριότητα της ΕΑΠ:
      H. Morgenthau, I was sent to Athens, Doubleday, Doran & Co, Garden City N.Y, 1929
      C. Eddy, Greece and greek refuges, Allen & Unwin, London, 1931
   Ε. Κοντογιώργη, Αγροτικές προσφυγικές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία 1923-1930, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 9 (1992), σ. 47-59
     Σ. Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997
    Κ. Κατσάπης, Το προσφυγικό ζήτημα στο Α. Λιάκος (επιμ.), Το 1922 και οι πρόσφυγες. Μια νέα ματιά, Νεφέλη, Αθήνα, 2011, σ. 125 - 170   
[4]  Ε. Πελαγίδης, Ξένες φιλανθρωπικές οργανώσεις και τα πρώτα κοινωνικά μέτρα για τους πρόσφυγες του 1922 στο Ι. Κολιόπουλος / Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι πρόσφυγες στη Μακεδονία. Από την τραγωδία στην εποποιία, Μίλητος / ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 97 - 104
[5]  εφ. Καστορία, φ. 132 (30.8.25)
[6]  Π. Τσολάκης, Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς, Προσφυγικός Σύλλογος Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 2010, σ. 35
[7] Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 111
[8]  εφ. Καστοριά, φ. 126 (19.7.25)
[9] Π. Τσολάκης,  Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς, Προσφυγικός Σύλλογος Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 2010, σ. 37-45
[10]  Σχετικά με τους προσφυγικούς συνοικισμούς και την τυπολογία των κατοικιών τους:
    Λ. Μιχελής, Προσφύγων βίος και πολιτισμός. Από τις πόλεις της Ελλάσσονος Ασίας στα τοπία της παράγκας και του πισσόχαρτου, Αθήνα, 1992
     Σ. Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997
     Συλλογικό / Μ. Στεφανοπούλου (επιμ), Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα. Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου (11-12 Απριλίου 1997), Σχολή Μωραΐτη - Εταιρεία Σπουδών και Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα, 1999
  Ε. Γαβρά, Προσφυγικές οικήσεις, μετασχηματισμοί του χώρου στην Ελλάδα στο Ι. Κολιόπουλος / Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι πρόσφυγες στη Μακεδονία. Από την τραγωδία στην εποποιία, Μίλητος / ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 207-226
[11]  εφ. Καστορία, φ. 92 (9.11.24)
[12] Ο συνολικός πίνακας διανεμηθέντων κλήρων και οικοπέδων ανά οικισμό:
     Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 127, 128
[13] ο.π, σ. 124
[14]  εφ. Καστορία, φ. 92 (9.11.24), 93 (23.11.24)
[15]  εφ. Καστορία, φ. 313 (10.3.29), φ. 413 (1.3.31)
[16]  εφ. Καστορία, φ. 201 (1.1.27)
     Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 136
[17]  ο.π, σ. 153
[18]  εφ. Καστορία, φ. 120 (7.6.25)
[19] Π. Τσολάκης,  Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς, Προσφυγικός Σύλλογος Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 2010, σ. 35
[20] εφ. Καστορία, φ. 103 (1.2.25), φ. 116 (10.5.25)
    Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 142
[21]  Σχετικά με την ελονοσία:
     Μ. Μεταλινός, Η υγιεινή κατάστασις των αγροτικών πληθυσμών Μακεδονίας - Θράκης από του 1925-30, Παράρτημα Γ’ Γεωργικού Δελτίου, Υπουργείον Γεωργίας, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι, 1932
    Γ. Λιβαδάς - Α. Σφάγγος, Η ελονοσία εν Ελλάδι (1930-1940). Έρευναι καταπολέμησις, τύποις Πυρσού, Αθήναι, 1940
     Ε. Πατεριανάκης, Μέτρα αντιμετώπισης της ελονοσίας στο ελληνικό κράτος την περίοδο 1905-1929 (ανεκδ μεταπτ εργασία), Ηράκλειο, 2008 
[22] Σ. Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997, σ. 310
[23]  εφ. Καστορία, φ. 193 (7.11.26)
    Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 149
[24]   ο.π, σ. 150
[25]  Ελάχιστα παραδείγματα από τις προσφυγικές διαμαρτυρίες στον τοπικό τύπο:
  εφ. Καστορία, φ. 57 (9.3.24). Συλλαλητήριο προσφύγων εναντίον των πρακτικών του Εποικισμού και των Προσφυγικών Συλλόγων
    εφ. Καστορία, φ. 64 (27.4.24). Αφαίρεση ζώων για να παραχωρηθούν σε άλλους πρόσφυγες
   εφ. Καστορία, φ. 92 (9.11.24), φ. 103 (1.2.25). Έλλειψη ιατρών για τους πρόσφυγες, άθλια κατάσταση προσφυγικού νοσοκομείου Άργους Ορεστικού
     εφ. Καστορία, φ. 118 (24.5.25). Καταχρήσεις υπαλλήλων του Εποικισμού
   εφ. Καστορία, φ. 130 (16.8.25). Ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες και ελονοσία στον οικισμό Φωτεινή
     εφ. Καστορία, φ. 159 (14.3.26). Πρόσφυγες αναγκάζονται να αγοράσουν σε δημοπρασίες τα οικήματα που τους παραχωρήθηκαν
     εφ. Καστορία, φ. 161 (28.3.26). Εκδίωξη προσφύγων αγροτών από την Ιεροπηγή στον Αγ. Δημήτριο
    εφ. Καστορία, φ. 335 (11.8.29). Λιγοστά τα στρέμματα προς καλλιέργεια που έλαβαν οι πρόσφυγες της Κορομηλιάς
[26]  Γενικά, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης στην Τουρκοκρατία και τον Μεσοπόλεμο βλέπε:
  Κ. Βεργόπουλος, Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Το πρόβλημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης της γεωργίας, Εξάντας, Αθήνα, 1975
     Κ. Καραβίδας, Αγροτικά. Έρευνα επί της οικονομικής και κοινωνικής μορφολογίας εν Ελλάδι και εν ταις γειτονικαίς σλαϋικαίς χώραις (ανάτυπο 1931), Αθήνα, Παπαζήσης, 1988
[27]  Συγκεκριμένα, στην πόλη της Καστοριάς υπήρχαν εκτεταμένοι μπαχτσέδες εκτός της πόλης, σε συνέχεια του νότιου παραλίμνιου μετώπου στις περιοχές Ντόπλιτσα και Μύλοι. Αμπελώνες υπήρχαν βόρεια της πόλης στις τοποθεσίες Λιβάδια, Φουντουκλή και Σπαχλούκι και νότια στη θέση Πέτρα. Περιστασιακές αναφορές στο:
Λ. Σιάνος, Καστοριανές εικόνες. Παλιά Καστοριά - Λαογραφία, Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος ‘’Αρμονία’’, Καστοριά, 1988, σ. 23-25, 115-117
[28]  εφ. Καστορία, φ. 35 (23.9.23). Τα ονόματα των ντόπιων οικισμών που έγινε αναδιανομή γης
   Ρ. Αλβανός, Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συμπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949) (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2005, σ. 36-41
[29]  εφ. Καστορία, φ. 34 (5.5.23), φ. 57 (9.3.24), φ. 97 (14.12.24)
[30]  Π. Τσολάκης, Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς, Προσφυγικός Σύλλογος Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 2010, σ. 47, 48
[31]  Στην περιοχή της Καστοριάς κατά τον Μεσοπόλεμο και μετά την ανταλλαγή πληθυσμών υπήρχαν ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι γηγενείς, ελληνόφωνοι (ποντιόφωνοι) και τουρκόφωνοι πρόσφυγες. Οι αποκλειστικά τουρκόφωνοι πρόσφυγες είχαν καταγωγή από τον Δυτικό Πόντο και οι σλαβόφωνοι γηγενείς εντοπίζονταν κυρίως στην περιοχή του Βιτσίου, στο βορειοανατολικό τμήμα της επαρχίας. Τέλος, ελάχιστοι ήταν αυτοί που χρησιμοποιούσαν ως μητρική γλώσσα την βλάχικη ή την αλβανική γλώσσα.
[32] Για τις πολιτικές συμπεριφορές προσφύγων και ντόπιων:
     Ι. Μιχαηλίδης, Σλαβόφωνοι και Πρόσφυγες: Πολιτικές συνιστώσες μιας οικονομικής διαμάχης στο Β. Γούναρης - Ι. Μιχαηλίδης – Γ. Αγγελόπουλος (επιμ), Ταυτότητες στη Μακεδονία, Παπαζήσης, Αθήνα, 1997, σ. 123-141
    Ν. Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ: Ζήτω το Έθνος. Προσφυγιά, κατοχή και Εμφύλιος: Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2001
    Μ. Γιώτα, Η πολιτική ένταξη των προσφύγων του 1922 στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940) (ανεκδ διαδακτορική διατριβή), Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2005
Ειδικά για την περιοχή της Καστοριάς:
   Σ. Πελαγίδης, Η διαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτικού σκηνικού στις περιφέρειες Καστοριάς και Κοζάνης μετά την εγκατάσταση των προσφύγων (1923-1940) στο Η δεκαετία 1940-1950 στη Δυτική Μακεδονία (Συνέδριο 31 Αυγ- 1 Σεπ 1996, Τσοτύλι), Εταιρεία Μελετών Άνω Βοΐου, Θεσ/νίκη, 1998, σ. 39-49
     Ρ. Αλβανός, Μεσοπολεμικές εθνοτικές και πολιτικές συγκρούσεις και ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στην περιοχή της Καστοριάς, Επιστήμη και Κοινωνία, τ. 11 (Φθιν 03), Σάκκουλας, σ. 71-111
   Ρ. Αλβανός, Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συμπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949) (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2005, σ. 61-128
[33]  Μερικά από τα βίαια επεισόδια:
     εφ. Καστορία, φ. 97 (2.11.24), φ. 98 (9.11.24). Εκτεταμένες συμπλοκές μεταξύ κατοίκων της Πενταβρύσου με τους γειτονικούς οικισμούς και ιδιαίτερα το Κρανοχώρι.
   εφ. Καστορία, φ. 108 (8.3.25). Αιματηρό επεισόδιο μεταξύ γηγενών και προσφύγων της Τσάκονης.
     εφ. Καστορία, φ. 119 (31.5.25). Αντιδικίες κατοίκων του Κρανοχωρίου με κτηματίες από την Καστοριά.
   εφ. Καστορία, φ. 145 (29.11.25). Συμπλοκές μεταξύ γηγενών και προσφύγων στη Βασιλειάδα.
    εφ. Καστορία, φ. 172 (13.6.26). Επεισόδιο μεταξύ κατοίκων του Αγ. Αντωνίου και των διπλανών οικισμών Μαυρόκαμπος και Χάλαρα.
Σχετικά με τις αντιπαλότητες στην περιοχή βλέπε:
   Ρ. Αλβανός, Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συμπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949) (ανεκδ διδακτ διατριβή), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2005, σ. 44-60
[34]  εφ. Καστορία, φ. 203 (23.1.27). Θάνατοι και τραυματισμοί σε σοβαρό επεισόδειο μεταξύ Μικρασιατών και Ποντίων προσφύγων του Χιονάτου.
[35]  Για τη δράση των προσφύγων της περιοχής στην Κατοχή και τον Εμφύλιο βλέπε:
   Ι. Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων: Το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941-44, τ. Α, Θεσ/νίκη, Βάνιας, 1995 (όπου και τα απομνημονεύματα του τοπικού εθνικιστή οπλαρχηγού Φ. Κολλάρα που είχε προσφυγική καταγωγή)
     Ι. Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων: Το μακεδονικό ζήτημα στην περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου (1945-1949) στη Δυτική Μακεδονία, τ. B, Θεσ/νίκη, Βάνιας, 1995 
   Ρ. Αλβανός, Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συμπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949) (ανεκδ διδακτορική διατριβή), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2005, σ. 264-266, 272-276, 316-324, 351-359    
     Α. Καλλιανιώτης, Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία (1941-1946) (ανεκδ διδακτορική διατριβή), Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2007, σ.  217-238, 305-316
[36] Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 185-204
       Σ. Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997, σ. 389-414 
[37]  εφ. Καστορία, φ. 34 (5.5.23), φ. 47 (30.12.23), φ. 51 (27.1.24), φ. 58 (16.3.24)
[38]  Για μια κοινωνιολογική προσέγγιση της ένταξης των μικρασιατών προσφύγων βλέπε:
      Ι. Ιακωβίδης, Κωνσταντινουπολίτες, Αιγυπτιώτες, Μικρασιάτες και Πόντιοι στην Ελλάδα, ιδίως κατά το β’ ήμισυ του 20ου αι: Πριν και μετά από την άφιξη. Ταυτότητα - Ένταξη, Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top