Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Οι πρόσφυγες στην Καστοριά (μέρος 1ο) : Η ανταλλαγή πληθυσμών


Μεταφορά μικρασιατών προσφύγων με βαγόνια
εντός του ελληνικού χώρου
       Η εκτεταμένη χερσόνησος που καταλαμβάνει το δυτικότερο άκρο της Ασίας, η επονομαζόμενη Μικρά Ασία, είναι άμεσα συνυφασμένη με τον απέναντι ελλαδικό χώρο ήδη από τα πρώιμα ιστορικά χρόνια. Ελλαδικοί πληθυσμοί πρωτοκατοίκησαν εδώ τον 11ο αι. π.Χ και η παρουσία τους αυτή συνεχίστηκε αδιάλειπτα έως τον 20 αι. μ.Χ, παρά τους κατά καιρούς πολέμους, τις διώξεις και την επικυριαρχία άλλων λαών. Καθ΄όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας, των βυζαντινών χρόνων αλλά και της Οθωμανοκρατίας ανέπτυξαν συμπαγείς πληθυσμιακές νησίδες στα ανατολικά αιγαιοπελαγίτικα παράλια, την Ανατ. Θράκη, την Προποντίδα, τον Πόντο, τα βάθη της Ανατολίας και φυσικά την πολυύμνητη Κωνσταντινούπολη. Μια αποτυχημένη εκστρατεία και η άνοδος μιας σκληρής τούρκικης εθνικιστικής ομάδας στην εξουσία έμελλε να τερματίσει βίαια αυτή τη μακραίωνη εγκατάσταση, χαράσσοντας μια ανεπανόρθωτη τομή στον ρου της ιστορίας. Συγκεκριμενοποιώντας, δεν θα αναφερθούμε στα αίτια και τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής ή των διώξεων του ποντιακού ελληνισμού, καθώς γι’ αυτά έχουν γραφεί αναρίθμητοι τόμοι που εξιστορούν παραστατικά και με τα πλέον μελανά χρώματα τις σφαγές και τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Ανατολής. Θα επιμείνουμε σε ένα από τα αποτελέσματα, την υποχρεωτική ανταλλαγή 1,3 εκατ. Ελλήνων της Μικράς Ασίας (σύμφωνα με μετριοπαθείς πηγές) με 400 χιλιάδες Τούρκους της Ελλάδας και θα περιοριστούμε μονάχα στην περιοχή της Καστοριάς.
  Μετακινήσεις πληθυσμών γίνονταν ανέκαθεν για επισιτιστικούς - οικονομικούς, κοινωνιοπολιτικούς, περιβαλλοντικούς λόγους και εξαιτίας πολέμων ή κατοχικών διώξεων. Όλες αυτές γινόταν συνήθως αναγκαστικά, δηλαδή οι λαοί εξαναγκάζονταν εκ των πραγμάτων να μεταναστεύσουν, και σπανιότερα προαιρετικά ή εθελούσια. Στο πρόσφατο παρελθόν του 20ου αι. το Ελληνικό Κράτος είχε δεχθεί τα έτη 1906, 1913-14 και 1919 πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, το 1914 από τη Βόρεια Ήπειρο και το 1919-21 από την ΕΣΣΔ. Η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1921-24 δεν ήταν η μεγαλύτερη σε όγκο παγκοσμίως, όπως λανθασμένα έχει ειπωθεί επανειλημμένως  Η πρωτοτυπία της για τα παγκόσμια χρονικά έγκειται στο γεγονός ότι ήταν υποχρεωτική, δηλαδή θεσπίστηκε με διμερή σύμβαση μεταξύ των δύο κρατών και υποχρέωνε de jure τους εκατέρωθεν πληθυσμούς να υπακούσουν άμεσα σε αυτή. Η περί ου ο λόγος σύμβαση υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 30 Ιανουαρίου 1923[1] και ακολούθησε η γνωστή Συνθήκη της Λωζάνης στις 24 Ιουλίου[2] του ίδιου χρόνου.     
Η ελληνική αντιπροσωπεία κατά την υπογραφή της
Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλ 1923).
Στο κέντρο ο πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος
   Σύμφωνα με το κείμενο της ανταλλαγής αυτή ξεκινούσε την 1η Μαΐου 1923 υπό την επίβλεψη μικτών επιτροπών, ίσχυε για όσους παρέμεναν ή είχαν εγκαταλείψει το απέναντι κράτος μετά την 18η Οκτωβρίου 1912, ενώ εξαιρούνταν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Οι πρόσφυγες μπορούσαν να πάρουν όση από την κινητή τους περιουσία επιθυμούσαν και απαγορεύθηκαν οι αγοραπωλησίες ακινήτων και ζώων, μιας και θα αποζημιώνονταν στο κράτος άφιξης[3]. Βέβαια, αυτό ήταν πρακτικά ανέφικτο για τους Έλληνες της Τουρκίας καθώς οι περισσότεροι είχαν αποπεμφθεί βίαια και βιαστικά κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ αντίθετα οι Τούρκοι που διέμεναν κυρίως στη Μακεδονία έφυγαν σχετικά άνετα, σταδιακά και οργανωμένα. Μάλιστα ορισμένοι από αυτούς πουλούσαν παράτυπα τα εν Ελλάδι ακίνητά τους σε γηγενείς Έλληνες πριν αναχωρήσουν, ενώ ταυτόχρονα νέμονταν τις ευνοϊκές διατάξεις για τους ανταλλάξιμους με την άφιξή τους στην Τουρκία. Αποτέλεσμα να υπάρξουν  μελλοντικά πολλά φαινόμενα αντιδικιών μεταξύ ελλήνων γηγενών και προσφύγων, όπως θα δούμε και παρακάτω. Προαναφέρθηκε ότι ως μη ανταλλάξιμοι κρίθηκαν οι Έλληνες της Πόλης, των νησιών Ίμβρος και Τένεδος, καθώς και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης αντίστοιχα. Αμφότερες οι μειονότητες αριθμούσαν περίπου 100 χιλιάδες άτομα[4] και προστατεύονταν από τη Συνθήκη της Λωζάνης. Σε αντίθεση με την ελληνική, η τουρκική κυβέρνηση σταδιακά ανέλαβε μια πολιτική αφανισμού των ελληνικών κοινοτήτων της Τουρκίας με διωγμούς, κατασχέσεις περιουσιών και βαρύτατη φορολογία, καταπατώντας σαφέστατα τη συνθήκη[5]. Αποκορύφωμα, οι βιαιοπραγίες και λεηλασίες που έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, που εκμηδένισαν σχεδόν τον ελληνικό πληθυσμό της[6].
    


Η αναχώρηση των μουσουλμάνων     
Μουσουλμάνοι ψαράδες της Καστοριάς με τη βάρκα τους
     Η περιοχή της Καστοριάς μέχρι το 1927 συγκροτούσε την ομώνυμη υποδιοίκηση που ανήκε στον Νομό Φλώρινας, ο οποίος είχε συγκροτηθεί μετά την απελευθέρωση. Το 1927 η υποδιοίκηση μετατρέπεται σε επαρχία, ενώ το 1941 η περιοχή αποσχίζεται από τη Φλώρινα και ιδρύεται ο Νομός Καστοριάς. Το 1923 περιλαμβάνονταν συνολικά 13767 μουσουλμάνοι, εγκατεστημένοι σε 40 οικισμούς της Υποδιοίκησης Καστοριάς, σύμφωνα τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών που έχει μελετήσει διεξοδικά ο καθηγητής ιστορίας  Ε. Πελαγίδης[7]. Χωροταξικά, η πλειοψηφία των μουσουλμάνων συγκεντρώνονταν στο Άργος Ορεστικό (1500 κ.), την Καστοριά (829 κ.)[8] και τους πολυάριθμους ημιορεινούς οικισμούς του κεντροδυτικού τμήματος της περιοχής όπως η Οινόη (841 κ.), το Χιονάτο (710 κ.), οι Κομνηνάδες (683 κ.), η Διποταμία (673 κ.), το Μελάνθιο (600 κ.) και η Πεντάβρυσος (575 κ.). Ανατολικά της λίμνης,μικρότεροι πυρήνες υπάρχουν στην Κορησό (650 κ.), το Μαυροχώρι (450 κ.) και την Πολυκάρπη (250κ.)[9]. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι ασχολούνται με τη γεωργία, ενώ αυτοί της πόλης και των παραλίμνιων χωριών με το ψάρεμα.
     Μετά την υπογραφή της σύμβασης ανταλλαγής, στη Δυτική Μακεδονία ορίστηκαν δύο μικτές υποεπιτροπές με έδρες την Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα, που ήταν υπεύθυνες για την ομαλή απομάκρυνση των Μουσουλμάνων. Οι μουσουλμάνοι θα αναχωρούσαν πεζοί προς το Αμύνταιο, από εκεί σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη και τέλος θα επιβιβαζόταν σε καράβια της τουρκικής κυβέρνησης. Προβλέπονταν πρόχειροι σταθμοί ανάπαυσης για τους πεζούς κάθε 25 χιλιόμετρα[10], ένας από τους οποίους δημιουργήθηκε στην Κορησό. Βέβαια, ορισμένοι εύποροι αναχώρησαν με κανονικά διαβατήρια και δικά τους έξοδα προς την Τουρκία, αποφεύγοντας τον συνωστισμό, πράγμα που έκανε και ένα ποσοστό των Μικρασιατών που κατεύθασε στην Ελλάδα. Οι επιτροπές είχαν επίσης την ευθύνη να αποφασίσουν ποιοι θεωρούνταν ανταλλάξιμοι, οι οποίοι έπρεπε να αναχωρήσουν, και ποιοι όχι. Ως μη ανταλλάξιμοι αντιμετωπίστηκαν οι αλβανικής καταγωγής μουσουλμάνοι και όσοι δεν είχαν τούρκικη συνείδηση. Αυτή η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για την περιοχή, καθώς παρατηρούνται φαινόμενα είτε εθελούσιας ‘’αλβανοποίησης’’ αρκετών μουσουλμάνων, είτε άρνησης του ισλαμισμού προς χάριν του χριστιανισμού[11]. Στόχος βέβαια είναι η εξαίρεση από την ανταλλαγή και η διατήρηση των περιουσιών στην Ελλάδα. Η αλβανική καταγωγή και η ελληνική συνείδηση ήταν δύσκολο να αποδειχθούν, καθώς οι περισσότεροι ντόπιοι μουσουλμάνοι υποστήριξαν τον οθωμανικό στρατό κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Τελικά, περιορισμένοι πληθυσμοί εξαιρέθηκαν απο την ανταλλαγή στις περιοχές της Διποταμίας και του Γράμμου κοντά στα αλβανικά σύνορα. Μάλιστα, στα Γραμμοχώρια Μυροβλήτης, Πεύκος, Λιβαδοτόπι, Φούσια, Αγ. Ζαχαρίας και τον Πολυάνεμο δεν εγκαταστάθηκαν καν μικρασιάτες πρόσφυγες παρ΄όλο που είχαν πριν την ανταλλαγή μικρούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Εκτός Καστοριάς, ιδιάζουσα περίπτωση είναι αυτή των ελληνόφωνων Βαλαάδων της Ανασέλιτσας και των Γρεβενών που συμπεριλήφθηκαν τελικά στην ανταλλαγή[12].
    Η θρησκευτική ή εθνική μεταστροφή των ντόπιων μουσουλμάνων αποτελούσε ένα μόνο από τα προσχήματα προκειμένου να καθυστερήσουν ή να ματαιώσουν την μεταφορά τους στην Τουρκία. Ενώ η  ομαδική τους μετακίνηση είχε προγραμματιστεί σε δύο περιόδους από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 1924, πραγματοποιήθηκε το διάστημα Ιούνιος - Αύγουστος 1924. Αποτέλεσμα η συνύπαρξη μουσουλμάνων και μικρασιατών στις ίδιες οικίες για κάποιους μήνες, καθώς οι δεύτεροι είχαν αρχίσει να καταφθάνουν ήδη από τα τέλη του 1922. Χαρακτηριστική είναι η προτροπή του Μαχίρ Μπέη, μέλους της μικτής υποεπιτροπής ανταλλαγής στην περιοχή[13], στους κατοίκους της Κορομηλιάς να μην παραδώσουν τα κτήματά τους με τη δικαιολογία του φόνου ενός μπέη[14]. Μια ακόμη εξαιρετικά σημαντική παράμετρος είναι η παράτυπη πώληση πολλών ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων ή οικοπέδων σε γηγενείς Έλληνες ή Εβραίους της περιοχής[15]. Γι’ αυτό και ο Υποδιοικητής Καστοριάς Α. Αιγίδης ανακοινώνει ότι είναι παράνομη κατοχή ανταλλάξιμων περιουσιών από γηγενείς[16]. Αυτές οι παράτυπες αγοραπωλησίες θα δημιουργήσουν αργότερα τον βασικό τριγμό μεταξύ προσφύγων και γηγενών. Τελικώς, οι μουσουλμάνοι θα αποχωρήσουν σε συγκεκριμένη ημερομηνία για κάθε οικισμό μέσα στο καλοκαίρι του 1924[17]. Άρθρο της τοπικής εφημερίδας με τίτλο ‘’Στους απερχομένους’’ αναφέρει: ‘’ Οι Τούρκοι της περιφέρειάς μας ήρχισαν να φεύγουν μη αναμένοντες την πληθωρικήν αναχώρησιν. Έχομεν καθήκον να ευχηθώμεν εις τους συμπολίτας μας Τούρκους πλήρη και ευτυχή εγκατάστασιν εις την νέαν πατρίδα των, εις την οποίαν τους ωδηγεί η εξωφρενική πολιτική του Κεμάλ πασά. Γνωρίζομεν ότι οι απερχόμενοι Τούρκοι συμπολίται με αιμάσουσαν την καρδίαν βαδίζοντες προς το άγνωστον αισθάνονται σήμερον περισσότερον παρά ποτέ τα αγαθά της Ελληνικής διοικήσεως και εξωτερικεύουν ζωηρότερον ήδη προς την γενέτειράν μας αγάπην των.’’[18]



Η άφιξη των προσφύγων     
Προσφυγικός καταυλισμός με σκηνές στη Θεσσαλονίκη
    Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή η περιοχή της Καστοριάς είχε δεχθεί ελάχιστους πρόσφυγες κατά τις προηγούμενες ανταλλαγές πληθυσμών των αρχών του 20ου αι. Η γεωγραφική απομόνωση και οι περιορισμένες γαίες δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο κίνητρο εγκατάστασης εδώ. Από τους 435 χιλιάδες πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Ελλάδα το διάστημα 1912-1920, ελάχιστοι έφτασαν στην Καστοριά. Μέχρι το 1916 μόνο 88 άτομα από την Ανατ. Ρωμυλία που εγκαταστάθηκαν άπαντες στο Άργος Ορεστικό[19]. Αντίστοιχα, λιγοστοί και αυτοί που αναχώρησαν το ίδιο διάστημα για τη Βουλγαρία (885 άτομα)[20]. Μετά τον ξεριζωμό, η πλημμυρίδα των μικρασιατών προσφύγων άργησε να φτάσει εδώ λόγω της απόστασης από τα λιμάνια και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς της χώρας. Αλλά και όταν ολοκληρώθηκε είχαν εγκατασταθεί στην Επαρχία Καστοριάς μόλις 8370 άτομα[21], ένα από τα μικρότερα ποσοστά στη Μακεδονία μαζί με τα Γρεβενά και την Ανασέλιτσα.        
Καρτ-ποστάλ από την Σαμψούντα (Αμισό)
      Οι πρώτοι πρόσφυγες εδώ εμφανίστηκαν στα τέλη του 1922 και τα μεταναστευτικά ρεύματα συνέχισαν να καταφθάνουν μέχρι το 1928, με έξαρση τα έτη 1923-25. Η καταγωγή των περισσότερων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Καστοριάς έλκεται από τον Πόντο. Αναλυτικότερα, ένα ποσοστό 74% προήλθε από διάφορες περιοχές του Πόντου, 23 % από τα παράλια της Προποντίδας (χερσόνησος Κυζίκου, Απολλωνιάδα), 2 % από την Ανατολική Θράκη και οι υπόλοιποι από το Καρς του Καυκάσου και τα βάθη της Ανατολίας[22]. Οι Πόντιοι κατοίκησαν κυρίως στα χωριά του κεντροδυτικού τμήματος[23], οι Μικρασιάτες της Προποντίδας γύρω από τη λίμνη, οι Θρακιώτες στην Καστοριά και το Άργος Ορεστικό, ενώ οι Καυκάσιοι εγκαταστάθηκαν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στον οικισμό Αυγή. Κυνηγημένοι από τις ομάδες του Μουσταφά Κεμάλ οι περισσότεροι, ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι τους πεζοί προς λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και της Προποντίδας, όπου επιβιβάστηκαν σε πλοία. Εξαίρεση αποτελούν οι Απολλωνιαδίτες της Καστοριάς που απομακρύνθηκαν με ίδια μέσα (δηλαδή τα καϊκια τους), τουλάχιστον μέχρι τις απέναντι ακτές της Ανατολικής Θράκης[24]. Πρώτοι σταθμοί στην Ελλάδα οι άθλιες καραντίνες της Μυτιλήνης, του Βόλου και του Καραμπουρνάκι στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα, οι περισσότεροι είχαν εγκατασταθεί πρόσκαιρα σε άλλες περιοχές της χώρας, όπως τα προάστια της Θεσσαλονίκης, οι Σέρρες, ο Βόλος, η Κατερίνη, η Νάουσα και η Δυτική Θράκη. Η αναζήτηση όμως καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και η αποφυγή της ελονοσίας που θέριζε τον πληθυσμό τους οδήγησε προς υγιεινότερα κλίματα, όπως αυτό της Καστοριάς. Εκτός βέβαια από αυτόν, άλλοι λόγοι που παρακίνησαν την εγκατάσταση προσφύγων εδώ είναι η αναζήτηση παρόμοιων γεωγραφικών συνθηκών με τον προηγούμενο τόπο διαμονής τους και η ύπαρξη μερικών επιφανών μικρασιατών που εγκαταβιούν ήδη εδώ, όπως ο Θ. Γουλιωτίδης[25]. Η βασικότερη ακολουθούμενη διαδρομή των προσφύγων προς εδώ είναι ο σιδηρόδρομος Θεσσαλονίκης - Αμυνταίου και στη συνέχεια οδικώς προς την Καστοριά μέσω Κλεισούρας[26].     
Πανοραμική άποψη της Οινόης του Πόντου
     Οι πρόσφυγες στην περιοχή φυσικά δεν έφτασαν ομαδικά, όπως έγινε με την αποπομπή των μουσουλμάνων, αλλά τμηματικά κατά ομάδες οικογενειών. Το πρώτο διάστημα της έλευσης τους στεγάστηκαν προσωρινά σε παλιά οθωμανικά κτίσματα, όπως τζαμιά ή σχολεία[27], υπό δυσμενείς συνθήκες. Στη συνέχεια συστεγάστηκαν πολλές οικογένειες, συχνά μαζί με τους μουσουλμάνους που εγκατέλειψαν τα ανταλλάξιμα σπίτια τους μερικούς μήνες αργότερα. Η παροδική αυτή συστέγαση και η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο μεταναστευτικών πληθυσμιακών ομάδων, δηλαδή των μουσουλμάνων της Ελλάδας και των χριστιανών της Μικράς Ασίας, αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανεξερεύνητες ‘’ιστορίες’’ του λεγόμενου προσφυγικού ζητήματος. Αρχικά, πριν τη Σύμβαση της Ανταλλαγής υπήρχε μεταξύ των προσφύγων διάχυτο το συναίσθημα επανόδου στα πάτρια εδάφη. Το διάστημα της υπογραφής της ξεσπούν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις που καταλήγουν με το γνωστό παμπροσφυγικό ψήφισμα της 21ης Ιανουαρίου 1923. Για ανάλογες αντιδράσεις στην πόλη της Καστοριάς οι πηγές εκλίπουν, αλλά πρέπει να θεωρούνται απίθανες, καθώς ελάχιστοι είχαν καταφθάσει εδώ έως τότε. Τα επόμενα έτη, η επίδοση ανταλλάξιμων οικιών και κτημάτων οδήγησε στη μόνιμη εγκατάσταση των προσφύγων εδώ και τη σταδιακή ενσωμάτωση στο κοινωνικό σύνολο της νέας τους πατρίδας. Η αποκατάσταση, για την οποία θα αναφερθούμε σε επόμενη ανάρτηση, ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του ’30, όμως η πλήρης κοινωνική ενσωμάτωση επιτεύχθηκε μεταπολεμικά, αρκετές δεκαετίες αργότερα. Παρακάτω ένας συγκεντρωτικός πίνακας[28] με τον αριθμό και την καταγωγή των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Καστοριά.

Η πλειονότητα των Ποντίων προσφύγων της Καστοριάς έχουν καταγωγή από την περιοχή της Τραπεζούντας.
Εδώ το παραθαλάσσιο μέτωπο της πόλης,
όπου διακρίνεται το ελληνικό Φροντιστήριο και ο ναός του Αγ. Γρηγορίου


           



Πρόσφυγες στην Καστοριά
Οικισμοί
Εγκατάσταση (1928)
Προέλευση (1926)
(οικογένειες)
Κύριοι τόποι
καταγωγής
Αμιγείς
Οικογ
Άτομα
Πόντος
Μικρά Ασία
Θράκη
Καυκ
Διάφ
1. Αγ. Κυριακή
60
205
60
-
-
-
-
Κούτουλα, Λαραχανή Τραπεζούντας
2. Αγ. Αντώνιος
50
180
48
2
-
-
-
Αγιαντών, Μόρζα, Ταΐστα, Τοσός Σινώπης
3. Ακόντιο
11
40
12
-
-
-
-
Κούτουλα, Λαραχανή Τραπεζούντας
4. Διποταμία
128
493
130
-
-
-
-
Σινώπη, Κέρτζε, Τζεβίζ Ντερέ Σινώπης
5. Κομνηνάδες
67
266
69
-
-
-
-
περιοχή Σινώπης / περιοχή Σαμψούντας / Τσιμερά
Αργυρούπολης
6. Κορομηλιά
80
337
74
5
2
-
-
Κανλικά, Κιρισχανέ, Πολίτα
Τραπεζούντας / Ίμερα Αργυρούπολης
7. Μελάνθιο
72
309
69
-
-
-
-
Σέννε
Σεβάστειας / Ίμερα Αργυρούπολης
8. Μεσόβραχος
18
72
18
-
-
-
-
Καπίκιοϊ Τραπεζούντας
9. Νίκη
38
131
39
1
-
-
-
περιοχή Τραπεζούντας /
Κέρτζε Σινώπης
10. Οινόη
153
565
154
-
-
-
-
Οινόη,Κιρέστεπε Λιμάντερε,Τσιλάρ Οινόης /
Κούτουλα, Λαραχανή, Τραπεζούντας
11. Πτεριά
49
194
50
-
-
-
-
περιοχή Πάφρας
12. Τσάρτσιστα
8
33
8
-
-
-
-

13. Φωτεινή
(Ν.Νικομήδεια)
34
94
34
-
-
-
-

14. Χιονάτο
87
331
29
58
-
-
-
Αλάτσαμ Πάφρας / Χαβουτσί
Πανόρμου

Μικτοί


15. Αγ.Δημή-
       τριος
5
18
4
-
-
-
-

16.Αμπελοχώρι      (Μαρκοχώρι)
11
51
11
-
-
-
-
Ζιμπερλέ Τραπεζούντας
17. Άργος
      Ορεστικό
214
852
132
69
10
1
-
Τραπεζούντα, Κανλικά, Κιρισχανέ, Κοιλάδ’, Πολίτα Τραπεζούντας / Τζεβίζ Ντερέ Σινώπης / Πελιτάντων Σαμψούντας / Ορντού / Ινέπολη Κασταμονής / Αρτάκη, Βαθύ, Γωνιά, Δρακούντα, Ρόδα Κυζίκου / Κίος
18. Αυγή
39
143
5
8
2
22
1
Τσορμίκ Καρς
19. Βασιλειάδα
33
112
32
-
-
-
-

20. Ιεροπηγή
12
53
11
-
-
-
-

21. Καλοχώρι
40
139
39
-
-
-
-
Κούτουλα, Ποντίλα Τραπεζούντας
22. Καστοριά
137
588
1
101
19
-
2
Απολλωνιάδα Προύσας
23. Κεφαλάρι
25
104
9
16
-
-
-
περιοχή Κυζίκου / Κιρισχανέ Τραπεζούντας
24. Κορησός
88
358
15
67
5
-
-
Αρτάκη, Βαθύ
Κυζίκου
25. Κρανοχώρι
6
17
6
-
-
-
-

26. Λιθιά
21
76
20
-
3
-
-
Κιρισχανέ, Πολίτα
Τραπεζούντας
27. Μακροχώρι
2
11
1
-
-
-
-

28. Μαυροχώρι
72
320
19
55
-
-
1
Απολλωνιάδα Προύσας / Αρτάκη, Βαθύ, Ρόδα
Κυζίκου
29.Μεσοποτα-
      μία
141
594
140
-
-
-
-
Γέμουρα, Ζιλμερά, Κανλικά, Κιρισχανέ, Κούτουλα, Λαραχανή, Μεσαρέα, Πολίτα Τραπεζούντας / Κρώμνη, Σάντα Αργυρούπολης
30. Ομορφοκ-
      κλησιά
32
118
45
-
-
-
-
Κέρτζε Σινώπης
31. Πεντά-  
      βρυσος
105
358
103
-
-
-
-
Τσαλ Κερασούντας/
Σουλεϊμάνκιόϊ, Γοτζόον Κάβζα
32. Πολυκάρπη
31
140
-
26
-
-
5
Αρτάκη, Ρόδα Κυζίκου
33. Τσάκονη
26
106
18
10
-
-
-
περιοχή Τραπεζούντας /
Βαθύ, Δρακούντα Κυζίκου
34. Χιλιόδεντρο
35
140
12
23
-
-
-
Κέρτζε, Τζεβιζ Ντερέ Σινώπης /
Βαθύ, Δρακούντα, Ρόδα Κυζίκου
Σύνολο
1930
7548
1417
441
41
23
9


    


Πανοραμική άποψη της ομοιάζουσας με την Καστοριά Απολλωνιάδας (αριστερά).
Χαρακτηριστική βάρκα στις όχθες του Ρυνδακού ποταμού (δεξιά),
μέσω του οποίου διέφυγαν στη θάλασσα οι Απολλωνιαδίτες πρόσφυγες.



πηγές εικόνων
αρχείο Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, Αθήνα
αρχείο Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών ''Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος''
αρχείο ΕΛΙΑ
αρχείο Mediatheque de l' Architecture et du Patrimoine, Υπουργείο Πολιτισμού Γαλλίας
περιοδικό National Geographic, vol. 48 (Nov 1925)
panoramio.com
        


[1] Υπουργείον των Εξωτερικών, Σύμβασις περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, υπογραφείσα εν Λωζάνη τη 30 Ιανουαρίου 1923, Εν Αθήναις, 1923
    United Nations, League of Nations Treaty Series (LoNTS), vol 32, No 807, 1925, σ. 76-87
[2] Υπουργείον των Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923, Εν Αθήναις, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1923
    United Nations, League of Nations Treaty Series (LoNTS), vol 36, No 914, 1925, σ. 153-155
[3]  Ανάλυση του κειμένου στα:
    Κ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, 1981
    Σ. Πελαγίδης, Μέτρα και αντίμετρα μετά την ελληνοτουρκική σύμβαση της ανταλλαγής, Μακεδονικά 27 (1990), ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, σ. 121-143
[4] Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας / ΓΣΥΕ, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15 – 16 Μαΐου 1928, IV. Τόπος γεννήσεως - Θρησκεία και Γλώσσα - Υπηκοότης, Εν Αθήναις, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1935, σ. 280, 281
    F. Dundar, Turkiye Nufus Sayimlarinda Azinlikar (τουρκ), Doz Yayinlari, Istanbul, 1999
[5] Α. Σπετσέρης (επιμ), Η συνθήκη της Λωζάνης. Το πλήρες κείμενο - Ερμηνευτικοί νόμοι. Οι τούρκικες παραβιάσεις από το 1923 μέχρι σήμερα, Παπαζήση, Αθήνα, 1994
[6]  Σχετικά με τα Σεπτεμβριανά:
    D. Guven / S. Bahar, Cumhuriyet donemi azinlik politikalari baylaminda 6-7 Eylul olaylari (τουρκ), Tarih Vakfi, Istanbul, 2005
    Σ. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής. Το τούρκικο πογκρόμ της 6ης - 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας Κωνσταντινούπολης, Εστία, Αθήνα, 2007
    Α. Λιμπιτσιούνη, Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η ελληνική μειονότητα στην Τουρκία. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου (ανεκδ. μεταπτυχιακή εργασία), Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 2008
[7] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Φάκελος 1922-1923 / ΚΤΕ / ΑΠ / 20 / 70, Έκθεσις Νομαρχίας Φλώρινας προς Υπουργείο Εξωτερικών, Φλώρινα 14 Ιουλίου 1923
   Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 76, 77  
[8] Σε τοπική εφημερίδα του έτους 1924 διαβάζουμε ότι αποχώρησαν οι 1754 μουσουλμάνοι της πόλης, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την παραπάνω στατιστική και μοιάζει πιθανότερο [εφ. Καστορία, φ. 79 (10.8.24)]. Επίσης, ο Α.Α Πάλλης αναφέρει 1565 μουσουλμάνους μέσα στην πόλη. Γενικώς, υπάρχουν διαφορές στις απαρίθμησεις πληθυσμών της εποχής, ανάλογα την πηγή.
[9]  Το 1923-24 οι οικισμοί της περιοχής έχουν ακόμη τις παλιές ονομασίες, αλλά εδώ αναφέρονται τα σύγχρονα ονόματα για την καλύτερη κατανόηση.
[10]  εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. (17.3.24)
     Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 59- 61
     Σ. Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997, σ. 48, 49
[11] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Φάκελος 1922-1923 / ΚΤΕ / ΑΠ / 16, Έγγραφο Υπουργείου Στρατιωτικών προς Υπουργείο Εξωτερικών, Αθήνα 4 Αυγούστου 1923
      εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. (4.5.24)
      Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 54
[12]  Οι αντιμαχόμενες απόψεις για τους Βαλαάδες:
     εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. (12.8.23)
     εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. 573 (19.12.23)     
[13] Για την Καστοριά υπεύθυνη για την ανταλλαγή των μουσουλμάνων ήταν η 11η τριμελής μικτή υποεπιτροπή της Πτολεμαΐδας. Μέλη της ο ολλανδός Μ. Κ. Βαν Λύντεν, ο έλληνας Ν. Τότσιος και ο τούρκος Μαχίρ Μπέη. Κατεύθασαν στην Καστοριά για τις παράτυπες ‘’αλβανοποιήσεις’’ τον Μάϊο του 1924. εφ. Καστορία, φ. 65 (4.5.24)
[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Φάκελος 1924 / ΚΤΕ / ΑΠ / 4β / 46, Τηλεγράφημα 11ης Υποεπιτροπής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Καστοριά 4 Μαΐου 1924
      Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 63
[15]  εφ. Καστορία, φ. 68 (25.5.24), φ. 69 (1.6.24)
     Κ. Φωτιάδης / Σ. Ηλιάδου-Τάχου, Η αποκατάσταση και η εξέλιξη των προσφύγων στην περιοχή της Φλώρινας στο Ι. Κολιόπουλος / Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.), Οι πρόσφυγες στη Μακεδονία. Από την τραγωδία στην εποποιία, Μίλητος / ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 232
[16]  εφ. Καστορία, φ. 72 (22.6.24)
     Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 55, 56
[17]  εφ. Καστορία, φ. 66 (11.5.24)
[18]  εφ. Καστορία, φ. 68 (25.5.24)
[19] Υπουργείον Οικονομικών - Διεύθυνσις Κτημάτων Κράτους, Έκθεσις περί των εν Μακεδονία προσφύγων, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι, 1916, σ. 31, 32
[20] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Φάκελος 1923 / Β / 59 / 7, Γενική Διοίκησις Κοζάνης - Φλώρινας προς Υπουργείο εξωτερικών, Κοζάνη 26 Μαΐου 1922
     Ι. Μιχαηλίδης, Σλαβόφωνοι μετανάστες και πρόσφυγες από την Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη (1912-1930) (διδακτ. διατριβή), Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Θεσ/νίκη, 1992, σ. 35, 36
[21] Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας / ΓΣΥΕ, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15 – 16 Μαΐου 1928, IV. Τόπος γεννήσεως - Θρησκεία και Γλώσσα - Υπηκοότης, Εν Αθήναις, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1935, σ.
[22] ΕΑΠ - Γενική Διεύθυνσις Εποικισμού Μακεδονίας - Τμήμα Στατιστικής, Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών της Μακεδονίας με τας νέας ονομασίας, Θεσ/νίκη, 1928, σ. 6, 12, 17, 21, 26, 33, 38, 46, 51, 59, 60, 61, 62
     Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 76, 77, υποσημείωση 175
     Σ. Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997, σ. 159, 160
[23]  Π. Τανιμανίδης, Ποντιακοί οικισμοί στην Ελλάδα, τ. 1, Παναγία Σουμελά, Θεσ/νίκη, 1988, σ. 175-199
     Σ. Πελαγίδης, Η Οινόη της Καστοριάς. Ιστορική διαδρομή 1923-1995, Κοινότητα Οινόης Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 1996
     Ν. Τοτονίδης, Διποταμία Καστοριάς. Ήθη - Έθιμα - Λαογραφία, Πελασγός, Αθήνα, 2006
[24] Μαρτυρίες των απολλωνιαδιτών προσφύγων στο:
    Σ. Μπουτσιάδου-Καρολίδου, Από την Απολλωνιάδα στην Καστοριά, Σύλλογος Απολλωνιαδιτών Καστοριάς / Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καστοριάς, Καστοριά, 2010, σ. 50 -110
[25] Π. Τσολάκης, Πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές έρευνες στην Καστοριά, University Studio Press, Θεσ/νίκη, 1996, σ. 76, 77
[26] Π. Τσολάκης,  Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς, Προσφυγικός Σύλλογος Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσ/νίκη, 2010, σ. 22, 23
[27]  Οι πρόσφυγες στην Καστοριά αρχικά στεγάστηκαν στον Μενδρεσέ. εφ. Καστορία, φ. 47 (30.12.23)
[28]  Τα αριθμητικά δεδομένα του πίνακα προήλθαν από:
      Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1994, σ. 76, 77, υποσημείωση 175
όπου έγιναν βάσει πηγών του Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών και της ΕΑΠ. Οι μικροδιαφορές στον αριθμό των οικογενειών για τον κάθε οικισμό προφανώς οφείλονται στη διαφορετική χρονολογία και πηγή της απογραφής. Επίσης, όσον αφορά τους τόπους καταγωγής των προσφύγων προήλθαν από προσωπική έρευνα και γίνεται αναφορά στους βασικούς και όχι τους συνολικούς κάθε οικισμού. Ανάλογο εγχείρημα ταξινόμησης δεν έχει γίνει ποτέ στο παρελθόν, καθώς δεν υφίσταται επαρκής σχετική βιβλιογραφία, παρά μόνο προσωπικές μαρτυρίες και μνήμες.

5 σχόλια:

  1. Ενδιαφέρουσα έρευνα για την καταγραφή της ιστορίας των προσφύγων μετά την Μικρασιατική καταστροφή,αλλά ξεχάστηκαν και απουσιάζουν αρκετά δεδομένα.Το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην περιοχή των Κορεστίων και στον Άγιο Αντώνιο ! (δεν συμπεριλαμβάνεται ούτε στην λίστα των χωριών της Καστοριάς που δικαιωματικά ανήκει) η έρευνα καθίσταται ατελής και χρίζει περισσότερη και μεθοδικότερη προσπάθεια.Ο Άγιος Αντώνιος,τόπος καταγωγής μου,είναι ένα από τα προσφυγικά χωριά της Καστοριάς με σημαντικά μεγάλο αριθμό προσφύγων από την περιοχή των παραλίων της Σινώπης του Πόντου. Ευελπιστώ στην συμπλήρωση για την μεγαλύτερη τεκμηρίωση της Ιστορίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δείτε προσεκτικότερα, ο Άγιος Αντώνιος είναι ο δεύτερος οικισμός στη λίστα. Αναφέρονται μάλιστα και τα χωριά στη Σινώπη απ' όπου κατάγονται οι κάτοικοί του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Στο Κεφαλαρι Καστοριάς εγκαταστάθηκα και από την Αραβισό Καισάριας.Στην φωτογραφία της Απολλωνιάδος δεν είναι κουτούκα αλλά απλό βαρκάκι. Η κουτούκα ήταν μεγάλο καίκι πάνω από 10 τόνους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Γράφουμε τους κύριους προορισμούς καταγωγής για κάθε χωριό, γιατί όπως καταλαβαίνετε είναι πάρα πολλοί σε μερικές περιπτώσεις. Η άλλη σας παρατήρηση θα διορθωθεί.
    Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top