Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Η αρχαία Ορεστίδα (μέρος 2ο) : Στο Μακεδονικό Κράτος

* Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε με μικρές αλλαγές και στην εφημερίδα Ορεστίς, φ. 280 (Αυγ 2014), σ. 5, και φ. 281 (Σεπ 2014), σ. 15, Μορφωτικός Σύλλογος ''Η Ορεστίς'' Άργους Ορεστικού


Αρχαϊκή – Κλασσική Εποχή (550 – 323 π.Χ)    

Ειδώλιο συμποσιαστή κορινθιακής τέχνης
από την Αλεβίτσα
    Η μετάβαση από την Εποχή του Σιδήρου στην αρχαϊκή περίοδο παρατηρείται στην Ορεστίδα περί τα μέσα του 6ου αι. π.Χ, οπότε και εμφανίζονται σπαράγματα κορινθιακής κεραμικής. Αυτό σημαίνει πως το απομονωμένο και αυτόνομο βασίλειο της Ορεστίδας άρχισε να έχει εμπορικές συναλλαγές με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο και δη τις νότιες ελληνικές πόλεις. Πρέπει να αποτελούσε μάλιστα ενδιάμεσο χερσαίο σταθμό ανάμεσα στις μητροπόλεις του νότιου ελληνικού χώρου με τις αποικίες τους στην Ήπειρο και τα παράλια της Ανδριατικής. Η Κόρινθος γνωρίζουμε ήδη από τον 7ο π.Χ αι. είχε δημιουργήσει αποικίες στην Κέρκυρα, την Απολλωνία και την Επιδαμνό, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα. Έτσι, το βασίλειο εξέρχεται από την απομόνωση και τα παλιά οχυρώματα που έλεγχαν περάσματα εγκαταλείπονται.
     Επίσης, έχει αναφερθεί η στενή σχέση των Ορεστών με τις ηπειρώτικες φυλές και η πιθανή συμμετοχή τους στο ‘’Μολοσσικό Κοινό’’, που δημιουργήθηκε στο πρώτο μισό του 4ου π.Χ αι. Όμως, από τα χρόνια του Αλέξανδρου Α’ (495-450 π.Χ) του επονομαζόμενου ‘’Φιλέλληνα’’ και μετά τους Περσικούς Πολέμους εμφανίζεται ως εντονότερη η σύνδεση με το Μακεδονικό Κράτος, που τότε περιοριζόταν στην περιοχή της Ημαθίας, της Πιερίας και της Βοττιαίας. Αποκορύφωμα αυτής της σχέσης, αποτελεί η συμμετοχή 1000 Ορεστών στο εκστρατευτικό σώμα των Μακεδόνων, υπό τις διαταγές του βασιλιά της Παραυαίας Οροίδου, κατά της ακαρνανικής πόλης Στράτου το 424 π.Χ[1]. Τότε, ο μακεδόνας βασιλιάς Περδίκκας Β’ είχε προσεταιριστεί τους Σπαρτιάτες κατά την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου και είχε στείλει βοήθεια εναντίον της Στράτου, που ήταν συμμαχική πόλη των Αθηναίων. Ακόμη, γνωρίζουμε πως το όνομα του βασιλιά των Ορεστών ήταν Αντίοχος, το μοναδικό γνωστό όνομα βασιλιά μαζί με αυτό του Ορόντη, και αντιλαμβανόμαστε έμμεσα πως η Ορεστίδα αποτελούσε ένα εύρωστο και πολυπληθές βασίλειο, μιας και είχε την δυνατότητα να στείλει 1000 ένοπλους σε μακρινή εκστρατεία, χωρίς να κινδυνεύουν παράλληλα τα δικά της εδάφη. Ανάλογα συμπεράσματα βγάζουμε και από την ποιότητα των επιτύμβιων αγαλμάτων που βρέθηκαν στο νεκροταφείο κλασσικών χρόνων της Πενταβρύσου.
Ο μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β'
(359-336 π.Χ)
     Ο διάδοχος του Περδίκκα Β’, Αρχέλαος, αναδιάρθρωσε το κράτος, χαράσσοντας δρόμους και κτίζοντας νέα οχυρά[2] για να το προστατεύσει από τις εισβολές Ιλλυρίων, Μολοσσών και Παιόνων. Από ορισμένους ερευνητές, σ’ αυτόν αποδίδονται η κατασκευή του όψιμου οχυρού του Δισπηλιού και η ίδρυση του Κελέτρου[3] [4]. Ακολουθεί μια περίοδος πολιτικής αστάθειας στο μακεδονικό βασίλειο και ίσως αυτό δικαιολογεί την μνεία των Ορεστών ως μέλη του ηπειρωτικού ‘’κοινού των Μολοσσών’’ σε επιγραφές στην Δωδώνη[5]. Το 359 π.Χ ο ηγεμόνας των Ιλλυρίων Βαρδύλλιος εισβάλλει στην Άνω Μακεδονία και την προσαρτά προσωρινά στο κράτος του, ώσπου ο Φίλιππος Β’ με την πρόσφατα συγκροτημένη μακεδονική φάλαγγα παίρνει μια αποφασιστική νίκη στην πεδιάδα της Πελαγονίας, αφού νωρίτερα είχε απορρίψει συμβιβαστική πρόταση για εκεχειρία[6]. Έτσι, η Άνω Μακεδονία (επομένως και η Ορεστίδα) ενσωματώθηκε οριστικά στο Μακεδονικό Κράτος μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση, διατηρώντας ταυτόχρονα μια μορφή αυτονομίας. Τα όρια της Μακεδονίας φτάνουν δυτικά μέχρι τη Λιχνίτιδα λίμνη (Οχρίδα) και οι Ιλλύριοι παρέμειναν υποταγμένοι σε αυτή, μέχρι την εξέγερση που κατέστειλε αυτή την φορά ο Μ.Αλέξανδρος. Η μάχη έλαβε χώρα το 335 π.Χ στο Πέλλιον (Πήλιον) και κατέληξε με συντριπτική νίκη του Αλεξάνδρου[7]. Η ακριβής θέση του Πελλίου αποτέλεσε θέμα μελέτης για πολλούς ερευνητές με επικρατέστερες την τοποθεσία εύρεσης μιας αναθηματικής επιγραφής[8] στην θέση Γκορίτσα, στο δυτικό άκρο της Μ. Πρέσπας (όπου σύμφωνα με τον N.G.L Hammond το αναγραφόμενο όνομα Κέλιον ερμηνεύεται ως Πέλιον[9]) και κυρίως κοντά στο χωριό Πλιάσα, 8 χλμ. ΒΑ της Κορυτσάς[10] [11] [12] [13].  Βέβαια, όπως και να ΄χει το θέμα, το Πέλλιον μετά την νίκη του Αλέξανδρου ανήκει σε μακεδονικό έδαφος και μάλιστα στην Ορεστίδα, ανεξάρτητα απο ποιόν ιδρύθηκε.
Επιτύμβιο ανάγλυφο από την Πεντάβρυσο
     Στην περιοχή της Καστοριάς πρώτα ευρήματα από την Αρχαϊκή Εποχή εμφανίζονται στο βουνό Αλεβίτσα, όπου η ορεινότητα απέκλεισε κατά τους αρχαιολόγους την ύπαρξη μιας μόνιμης εγκατάστασης και οδήγησε στην ερμηνεία του χώρου ως ιερό. Εκεί βρέθηκε το 1999 μικρό κορινθιακό αγαλματίδιο συμποσιαστή, που παρουσιάζει εκπληκτική ομοιότητα με αυτό της Δωδώνης[14]. Ανάμεσα από την Πεντάβρυσο και την Αυγή, ανακαλύφθηκαν τα τελευταία χρόνια δύο νεκροταφεία αρχαϊκής – κλασσικής και ελληνιστικής περιόδου, καθώς και αρχαίος κλίβανος που λειτουργούσε ως εργαστήριο κεραμικής. Τα σημαντικότερα ευρήματα αποτελούν ένα υστεροαρχαϊκό κράνος ιλλυρικού τύπου, μια εξαιρετικής ποιότητας επιτύμβια στήλη με γυναικείο ανάγλυφο, τμήμα μιας μαρμάρινης σφίγγας (εύρημα εξαιρετικά σπάνιο στην Μακεδονία), ένα αετωματικό ανάγλυφο από ασβεστόλιθο, μια ακόμη επιτύμβια επιγραφή και διάφορα κεραμικά, νομίσματα και σφραγιστικά δαχτυλίδια. Τα ίχνη τείχους που βρέθηκαν στον λόφο πάνω από τα νεκροταφεία εικάζεται πως ανήκουν στην ακρόπολη του αρχαίου οικισμού[15].
Ο κλίβανος κεραμικών στην Αυγή
Στις αρχές του 4ου αι. χρονολογείται το όψιμο τείχος του Δισπηλιού που πρέπει να ιδρύθηκε σε κοντινή χρονική περίοδο με το Κέλετρο. Βέβαια, έχει υποστηριχθεί και η άποψη πως αυτά τα δύο ταυτίζονται, όμως οι λόγοι  που έχουμε προαναφέρει στην ανάρτηση για το Κέλετρο, μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως υπήρχε οικισμός στην θέση της σημερινής πόλης. Μάλιστα, κλασσικής εποχής είναι η επιτύμβια στήλη που βρέθηκε εντοιχισμένη σε αρχοντικό του Ντολτσό και βρίσκεται σήμερα στο νέο αρχαιολογικό μουσείο του Άργους Ορεστικού, όπως εξάλλου και τα περισσότερα ευρήματα. Τέλος, στο  νεκροταφείο της Κρεπενής συνεχίζουν να εμφανίζονται ίχνη τουλάχιστον μέχρι τον 4ο αι. π.Χ, με σημαντικότερο εύρημα μια ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη από τις αρχές του 5ου αι.
Χρυσό διάδημα που βρέθηκε σε τάφο
στο Μπουφάρι Απιδέας
     Στην επαρχία Βοΐου τα σημαντικότερα ευρήματα της εποχής έρχονται από το Μπουφάρι Απιδέας, το Σιανίστι Τσοτυλίου και τις Λικνάδες. Κατά τις ανασκαφές του 1933-34 ο Α. Κεραμόπουλος ερεύνησε μια σειρά από κοντινά νεκροταφεία ανάμεσα από το Τσοτύλι και την Απιδέα, που μάλλον ανήκαν στην ίδια πόλη[16], ενώ αργότερα έχουν έρθει στο φως ποικίλα ευρήματα, από χάλκινα και κεραμικά σκεύη έως κοσμήματα από πολύτιμα μέταλλα, ενώ δεν λείπουν και τα κορινθιακής προέλευσης αντικείμενα. Σημαντικότερα ίσως είναι τα δύο χρυσά διαδήματα και η χρυσή πόρπη, που δηλώνουν σαφέστατα τον πλούτο και την πολυτέλεια που περιέβαλε επιφανή πρόσωπα ή ακόμη μέλη της βασιλικής οικογένειας. Στις Λικνάδες βρέθηκε το κάτω μέρος ενός κλασσικού γυναικείου αγάλματος και πλήθος από όστρακα και πολεμικά όπλα (κράνη, ασπίδες, αιχμές, ξίφη)[17]. Κοντά στο Αηδονοχώρι, τις Σαράντα Γκορτσιές Τσοτυλίου και τον Χορηγό βρέθηκαν τάφοι με πλήθος όπλων, σκευών και κοσμημάτων, ενώ κράνη ιλλυρικού τύπου βρέθηκαν στην Βροντή, την Εράτυρα και την Νεάπολη. Λιγοστά επίσης ευρήματα της εποχής έχουν εντοπιστεί στις θέσεις Νικοφρίτης Σκαλοχωρίου, Ανάνα Πλατανιάς, Νόχτος Αλιάκμονα, Τσέρος Πολυκάστανου και στο Αξιόκαστρο[18].
      Στην περιοχή της Πρέσπας πάλι εκλείπουν αρχαϊκά και κλασσικά ευρήματα. Μόνο στο νησάκι του Golem Grad μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζονται λιγοστά ίχνη. Στην κοιλάδα του Δεβόλη ως μόνη αναφορά βρίσκουμε αυτή του Πελλίου, που κατέκτησε ο Μ. Αλέξανδρος, και αποδεχόμαστε ως επικρατέστερη τοποθεσία αυτή στο χωριό Πλιάσα.   


Ελληνιστική Εποχή (323 – 197 π.Χ)      
     Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου την διακυβέρνηση του αχανούς Μακεδονικού Κράτους διεκδικούν οι επίγονοί του (μεταξύ των οποίων οι Ορέστες Περδίκκας και Κρατερός[19]) που χώρισαν το κράτος σε σατραπείες. Μετά από πολυετείς συγκρούσεις το κράτος διαχωρίζεται σε τέσσερα τμήματα και τις τύχες της Μακεδονίας (η οποία τότε περιελάμβανε τα υποταγμένα εδάφη της νοτίου Ελλάδας, της Ιλλυρίας και της Παιονίας)  αναλαμβάνει ο Κάσσανδρος, που ίδρυσε ταυτόχρονα την βραχύβια δυναστεία των Αντιπατριδών. Στην συνέχεια παίρνουν την εξουσία οι Αντιγονίδες με σημαντικότερους βασιλείς τον Δημήτριο Πολιορκητή και τον Αντίγονο Β’ Γονατά. Στο διάστημα αυτό η Μακεδονία δέχεται δύο φορές τις επιθέσεις των Μολοσσών  της Ηπείρου και τον βασιλιά τους Πύρρο που είχε συμμαχήσει με τον Θράκα ηγεμόνα Λυσίμαχο εναντίον της Μακεδονίας[20]. Παράλληλα, οι Παίονες εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές αναταραχές στο μακεδονικό βασίλειο εισβάλλουν στην περιοχή. Κατάλοιπο αυτής της εισβολής είναι η ασπίδα που βρέθηκε πρόσφατα στην Κρεπενή με χαραγμένο στα ελληνικά το όνομα του βασιλιά Αυδολέοντα. Ακόμη, το 279 π.Χ την εμφάνισή τους κάνουν οι Κέλτες Γαλάτες από την Δυτική Ευρώπη που προξενούν πολλές καταστροφές στον ελληνικό χώρο μέχρι την εγκατάστασή τους στην Μ. Ασία. Το 221 π.Χ κάνουν ξανά επίθεση στη Μακεδονία  οι αναδιοργανωμένοι Ιλλύριοι που αποκρούεται και το 208 π.Χ οι Δάρδανοι, σύμμαχοι των Ρωμαίων, κατακλύουν την Αργεσταία Πεδιάδα κατά τον Α’ Μακεδονικό Πόλεμο, όπως μνημονεύει ο Τίτος Λίβιος[21]. Η τελευταία πράξη όσον αφορά την παρουσία των Ορεστών στο Μακεδονικό Κράτος γράφεται όταν οι ρωμαϊκές λεγεώνες του Σουλπίκιου Γάλβα πολιορκούν το Κέλετρο και το κατακτούν αναίμακτα, καθώς οι κάτοικοι παραδόθηκαν. Ως αντάλλαγμα για την άνευ όρων παράδοση οι Ρωμαίοι παραχώρησαν αυτονομία στην Ορεστίδα σε αντίθεση με την υπόλοιπη Μακεδονία[22], που χωρίστηκε σε μερίδες.

Νόμισμα που απεικονίζει τον Αντίγονο Β' Γονατά (276-236 π.Χ)
και εντοπίστηκε στην Απιδέα
Ίχνη αρχαίας κατοικίας στο Λόσκο Νεστορίου
      Κατά την Ελληνιστική Εποχή παρατηρείται μια μεγάλη αύξηση του πληθυσμού σε σχέση με προηγούμενες περιόδους και αυτό εξηγεί το πλήθος των ευρημάτων στην ελληνική ύπαιθρο. Έτσι, και στην Ορεστίδα εμφανίζονται πολλαπλάσιες θέσεις με ελληνιστική και αργότερα ρωμαϊκή κεραμική. Στο οροπέδιο της Καστοριάς ελληνιστικά ευρήματα υπάρχουν στο νεκροταφείο ανάμεσα από την Πεντάβρυσο και την Αυγή και στον κλίβανο της Αυγής, όπου ανακαλύφθηκε και επιτύμβια επιγραφή του 3ου αι. π.Χ[23]. Στο Κάστρο Νεστορίου υπάρχουν ίχνη της εποχής, ενώ στη θέση Λόσκο εντοπίστηκε ρωμαϊκή κατοικία με κατώτερα στρώματα ελληνιστικής περιόδου, απ’ όπου προέρχονται νομίσματα και κεραμική[24]. Ειδωλολατρικά ιερά του Δία και της Άρτεμης ανακαλύφθηκαν στο βουνό Ψαλίδα της Καστοριάς και στον Άγιο Αθανάσιο της Τσάκονης, ενώ ελληνιστικά ίχνη εντοπίζονται σε τρία άλλα σημεία, το Κεράσοβο Γέρμα, τον Μπιτερνίκο Κωσταραζίου και την Τσάκονη Κορησού, όπου και επιτύμβια στήλη με επιγραφή[25].  
Οι ελληνιστικές και ρωμαϊκές κατοικίες
στο Μπουφάρι Απιδέας
   Στο Βόιο έχει βρεθεί ένας πολύ μεγάλος αριθμός τάφων σε διάφορες θέσεις που δίνει κυρίως τμήματα κεραμικών σκευών (ή και ολόκληρα), αλλά και κοσμήματα, όπλα επιτύμβιους δόμους και επιγραφές. Τα περισσότερα ευρήματα εντοπίστηκαν στη θέση Μπουφάρι Απιδέας, όπου συν τοις άλλοις ανασκάφηκαν κατοικίες ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων και βρέθηκαν πίθοι και νομίσματα[26]. Πολλά ίχνη κατοίκησης εμφανίζονται στη γύρω περιοχή, που περιλαμβάνουν λείψανα κατοικιών και τάφους. Γενικότερα, η περιοχή που περικλείεται ανάμεσα στο Αηδονοχώρι, τον Χορηγό, την Απιδέα, το Τσοτύλι και την Περιστέρα, πρέπει να ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένη κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Εποχή, βάσει των ευρημάτων. Ακόμη, στις Λικνάδες βρέθηκε πλήθος πίθων και κεραμικών με εμπίεστα σφραγίσματα ονομάτων, ενώ στην Πλατανιά βρέθηκε επιγραφή μάλλον του 3ου αι. π.Χ[27] και αρχαία κτίρια, μεταξύ των οποίων ένα τουλάχιστον δημόσιο. Λίθινοι δομοί, κιονόκρανα, επίκρανα και άλλα  δομικά στοιχεία βρέθηκαν στις Λικνάδες, την Αχλαδιά, το Κοιλάδιο και τον Χορηγό, ενώ ένας κλίβανος κεραμικών στη Γλυκοκερασιά. Τμήματα αγαλμάτων και ανάγλυφα εντοπίστηκαν στον Αλιάκμονα, την Ασπρούλα, τις Λικνάδες και το Τσοτύλι. Όμως, σχεδόν σε όλους τους σύγχρονους οικισμούς εντοπίζονται και παραδίνονται από τους ντόπιους μεμονωμένα ευρήματα ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, κυρίως κεραμικά. Οι θέσεις εύρεσης είναι πάρα πολλές και επισημάνθηκαν από την αρχαιολόγο Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδου[28] και τον Δ. Σαμσάρη[29].  
Τμήματα κιόνων στον Αγ. Αχίλλειο, δίπλα στις όχθες
της Μικρής Πρέσπας

    Στις λίμνες των Πρεσπών ίχνη κατοίκησης υπάρχουν στο Golem Grad, όπου βρέθηκαν κατοικίες και νεκρόπολη με πλήθος κτερισμάτων και ελληνικών νομισμάτων. Στο νησάκι του Αγ. Αχιλλείου στη Μ. Πρέσπα  ιδρύθηκε κατά την ελληνιστική περίοδο η πόλη Λύκη, με πρωιμότερα ευρήματα τμήματα κιόνων και κεραμικά. Ακόμη, στην ίδια θέση έχουν βρεθεί και 14 τμήματα κεράμων με εμπίεστα σφραγίσματα ενσωματωμένα κατά κύριο λόγο στον μεταγενέστερο ναό των Δώδεκα Αποστόλων[30]. Μεγάλες ομοιότητες υπάρχουν μεταξύ αυτών των σφραγισμάτων με ανάλογα στο Τρεν της Αλβανίας. Ελληνιστικά ευρήματα υπάρχουν ακόμη σε τάφους στον Λαιμό, στο προάστιο της Κορυτσάς Μπόρια, το κάστρο της Πλιάσας, όπου προτείνεται ως θέση του Πελλίου, την Ποντσάρα, το Μπόζιγκραντ και το λόφο της Γκορίτσας που εντοπίστηκε αναθηματικό ανάγλυφο της Άρτεμης με επιγραφή[31].  Η κοιλάδα της Κορυτσάς περιήλθε στο Μακεδονικό Κράτος και την Ορεστίδα μάλλον με την κατάκτηση του Πελλίου από τον Μ. Αλέξανδρο.


Οι θέσεις των ευρημάτων από την Αρχαϊκή, Κλασσική και Ελληνιστική Εποχή (550-197 π.Χ)



πηγές εικόνων
Συλλογικό, Λεύκωμα Δυτική Μακεδονία, Νομός Καστοριάς, Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας,2005
Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόϊον-Νότια Ορεστίς, τ. 1, Θεσ/νίκη, 1999
Χ. Τσούγγαρης, Ανασκαφικές έρευνες στον νομό Καστοριάς κατά το 1999, ΑΕΜΘ 13 (1999), Θεσ/νίκη, 2000
Α. Λαφτσίδης, Ο κεραμικός κλίβανος Πενταβρύσου Καστοριάς (ερευνητικό έργο), Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ, Θεσ/νίκη, 2007
προσωπικό αρχείο


[1] Θουκυδίδου Ιστορίαι, βιβ. Β’, 80
[2] ο.π, βιβ. Β’, 100
[3] Α. Κεραμόπουλος, Έρευναι εν Δυτική Μακεδονία, Αρχαιολογική Εφημερίς 78 (1939), σ. 59
[4] Ν. Μουτσόπουλος, Oppidum Celetrum: Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς, Μακεδονικά 31 (1997-98), ΕΜΣ, σ. 29
[5] Δ. Ευαγγελίδης, Ηπειρωτικά χρονικά 10 (1935), Εν Ιωαννίνοις, σ. 248, 250
[6] Διόδωρος Σικελιώτης, βιβ. ΙΣΤ’, 4
[7] Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, βιβ. Α’, 5 ,6, 7
[8] Ν. Παπαδάκις, Εκ της Άνω Μακεδονίας, Αθηνά 25 (1913), σ. 450
[9] N.G.L Hammond, Alexander’s campaign in Illyria, The Journal of Hellenic Studies, 1974, σ. 66-87
[10] W. M Leak, Τravels in northern Greece, τ. 3, London, 1835, σ. 322, 323 
[11] Α.J.B Wace-A.M Woodward, The Annuel of BSA 18 (1911-1912), σ. 180
[12] Α. Κεραμόπουλος, Ανασκαφαί και έρευναι εν τη Άνω Μακεδονία, Αρχαιολογική εφημερίς 72 (1933), σ. 60
[13] F. Papazoglu, Les villes de Macedoine a  l’ époque romaine, BCH Suppl., Paris, 1988, σ. 243
[14] Χ. Τσούγγαρης, Ανασκαφικές έρευνες στον νομό Καστοριάς κατά το 1999, ΑΕΜΘ 13 (1999), Θεσ/νίκη, 2000, σ. 614-616
[15] Χ. Τσούγγαρης, Ανασκαφικές έρευνες στο νεκροταφείο Κλασσικών Χρόνων του Νέου Υδραγωγείου Πενταβρύσου Καστοριάς, ΑΕΜΘ 18 (2004), Θεσ/νίκη, 2005, σ. 687
[16] Α. Κεραμόπουλος, Ανασκαφαί και έρευναι εν τη Άνω Μακεδονία, Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 88 (1933), σ. 67 / 89 (1934), σ. 82-84 / 92 (1937), σ. 68-71 / 93 (1938), σ. 53 
[17] Φ. Πέτσας, Χρονικά Αρχαιολογικά, Μακεδονικά 7 (1967), ΕΜΣ, σ. 350
[18] Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόϊον-Νότια Ορεστίς, τ. 1, Θεσ/νίκη, 1999, σ. 151-156
[19] Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, βιβ. Α’, 6 και Αρριανός, Ινδική, βιβ. Α’, 25
[20] Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 1.10
[21] Titus Livius, Historia Romana, βιβ. 28, 33
[22] ο.π, βιβ. 33, 34.6
[23] Θ. Ριζάκης – Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, τ. Α’, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 1985, σ. 182
[24] Χ. Τσούγγαρης, Ανασκαφικές έρευνες στον νομό Καστοριάς κατά το 1999, ΑΕΜΘ 13 (1999), σ. 611
[25] Θ. Ριζάκης – Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, τ. Α’, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 1985, σ. 183
[26]Α. Κεραμόπουλος, Ανασκαφαί και έρευναι εν τη Άνω Μακεδονία, Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 89 (1934), σ. 82-84
[27]  Θ. Ριζάκης – Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, τ. Α’, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 1985, σ. 194-201
[28]  Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόϊον-Νότια Ορεστίς, τ. 1, Θεσ/νίκη, 1999, σ. 157-250
[29] Δ. Σαμσάρης, Ιστορική Γεωγραφία της Ρωμαϊκής Επαρχίας Μακεδονίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νίκη, 1989, σ.
[30]  Φ. Πέτσας, Χρονικά Αρχαιολογικά, Μακεδονικά 7 (1967), ΕΜΣ, σ. 353
[31]  Ν. Παπαδάκις, Εκ της Άνω Μακεδονίας, Αθηνά 25 (1913), σ. 450-453

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top